Ο Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ, προοδευτικός υποψήφιος, κέρδισε με οριακή διαφορά το χρίσμα του Δημοκρατικού κόμματος στο Μίσιγκαν για τη διεκδίκηση έδρας στη Γερουσία στις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές, σύμφωνα με αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τη δυναμική της κεντροαριστερής πτέρυγας του κόμματος, η οποία έχει σημειώσει πρόσφατες επιτυχίες σε Πολιτείες όπως η Νέα Υόρκη και το Κολοράντο.
Στις προκριματικές εκλογές, που χαρακτηρίστηκαν ως «τεστ» για το μέλλον του Δημοκρατικού Κόμματος, ο 41χρονος γιατρός επικράτησε της κεντρώας Χέιλι Στίβενς, η οποία είχε τη στήριξη του «κατεστημένου» των Δημοκρατικών, σύμφωνα με το NBC και το CNN.
Ο Ελ Σαγιέντ ανέδειξε στην εκστρατεία του το ζήτημα της επιρροής των μεγάλων δωρητών και των φιλοϊσραηλινών οργανώσεων στην αμερικανική πολιτική. Τον Νοέμβριο θα αναμετρηθεί με τον Ρεπουμπλικάνο Μάικ Ρότζερς, ο οποίος έχει τη στήριξη του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, για την έδρα του Μίσιγκαν. Η έδρα αυτή ανήκε μέχρι τώρα στους Δημοκρατικούς, ωστόσο ο γερουσιαστής Γκάρι Πίτερς δεν θα διεκδικήσει επανεκλογή.
Το Μίσιγκαν αποτελεί αμφίρροπη Πολιτεία, την οποία είχε κερδίσει ο Τραμπ στις εκλογές του 2024.
Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ο Αμερικανός πρόεδρος σχολίασε ειρωνικά τη νίκη του Ελ Σαγιέντ, χαρακτηρίζοντάς τον «κομμουνιστή» και εκτιμώντας πως πρόκειται για «θαυμάσια είδηση για τους Ρεπουμπλικάνους».
Ο Ελ Σαγιέντ, από την πλευρά του, κάλεσε σε ενότητα όλες τις συνιστώσες του κόμματος, τονίζοντας: «Αυτό είναι το βασικό: να οικοδομήσουμε ένα κίνημα για να ανακτήσουμε τη δημοκρατία μας, ώστε να τεθεί στην υπηρεσία των ανθρώπων που αξίζουν απολύτως τα καλύτερα που μπορεί να προσφέρει η Αμερική», όπως δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου στο Ντιτρόιτ.
Η στήριξη της προοδευτικής πτέρυγας και οι διαφορές με τη Στίβενς
Ο Ελ Σαγιέντ είχε την υποστήριξη κορυφαίων προσωπικοτήτων του προοδευτικού κινήματος, όπως οι Μπέρνι Σάντερς και Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές. Η νίκη του ενδέχεται να σηματοδοτήσει αυξημένη επιρροή της αριστερής πτέρυγας του κόμματος στη Γερουσία.
Οι υποστηρικτές του εκτιμούν ότι η κινητοποίηση της προοδευτικής βάσης μπορεί να οδηγήσει σε εκλογική επιτυχία, ακόμη και χωρίς τη συνδρομή του παραδοσιακού δικτύου μεγάλων δωρητών του Δημοκρατικού Κόμματος.
Η Χέιλι Στίβενς, πρώην σύμβουλος της κυβέρνησης Ομπάμα σε θέματα αυτοκινητοβιομηχανίας και βουλευτής του Ντιτρόιτ από το 2019, εστίασε την εκστρατεία της στην εκβιομηχάνιση της Πολιτείας. Στηρίχθηκε από ηγετικά στελέχη των Δημοκρατικών, όπως ο Τσακ Σούμερ και η κυβερνήτρια του Μίσιγκαν Γκρέτσεν Γουίτμερ.
Οι δύο υποψήφιοι είχαν αντίθετες θέσεις όσον αφορά την αμερικανική υποστήριξη στο Ισραήλ. Η Στίβενς τάχθηκε υπέρ της συνέχισης της βοήθειας των ΗΠΑ προς το Ισραήλ και απέρριψε τις κατηγορίες περί γενοκτονίας στη Γάζα. Ο Ελ Σαγιέντ ζήτησε τον τερματισμό της αμερικανικής βοήθειας στο Ισραήλ και επέκρινε την επιρροή της οργάνωσης Aipac, η οποία χρηματοδοτεί φιλοϊσραηλινούς υποψηφίους και στα δύο κόμματα. Επιπλέον, αντιτίθεται στην ύπαρξη του Ισραήλ ως αποκλειστικά εβραϊκού κράτους.
Στο Μίσιγκαν, όπου διαμένει σημαντική αραβική κοινότητα και όπου η Aipac επένδυσε πάνω από 30 εκατ. δολάρια στην εκστρατεία της Στίβενς, το ζήτημα της στήριξης στο Ισραήλ διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο.
Κατά τις τελευταίες εβδομάδες της προεκλογικής περιόδου, οι δύο υποψήφιοι αντάλλαξαν προσωπικές επιθέσεις. Ο Ελ Σαγιέντ αποκάλεσε τη Στίβενς «τη λιγότερο ικανή» υποψήφια, ενώ εκείνη τον κατηγόρησε για εργαλειοποίηση των Αμερικανών Εβραίων.
Η επόμενη ημέρα και η πρόκληση έναντι των Ρεπουμπλικάνων
Απέναντι στον Ρεπουμπλικάνο Μάικ Ρότζερς, ο Ελ Σαγιέντ υποστηρίζει ότι η κινητοποίηση της βάσης μπορεί να φέρει στις κάλπες νέους ψηφοφόρους και πολίτες από λαϊκές τάξεις. Ωστόσο, αναγνωρίζει πως απαιτείται και η στήριξη των μετριοπαθών Δημοκρατικών, οι οποίοι ενδέχεται να απέχουν αν διαφωνούν με τις θέσεις του υποψηφίου.