Οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν σήμερα έντονη άνοδο, με το Μπρεντ να πλησιάζει τα 100 δολάρια το βαρέλι, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή φαίνεται να διευρύνεται. Οι φιλοϊρανοί αντάρτες Χούθι της Υεμένης ανέλαβαν την ευθύνη για επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα εναντίον σαουδαραβικών δεξαμενόπλοιων, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για την ασφάλεια των ενεργειακών διαδρομών.
Περίπου στις 12:40 ώρα Ελλάδας, η τιμή του πετρελαίου Μπρεντ της Βόρειας Θάλασσας για παράδοση τον Σεπτέμβριο σημείωνε άνοδο 4,68%, φθάνοντας τα 98,47 δολάρια το βαρέλι, έπειτα από προηγούμενη αύξηση 5% στα 98,80 δολάρια. Το αμερικανικό West Texas Intermediate (WTI) για παράδοση Σεπτεμβρίου ενισχυόταν κατά 3,78%, στα 90,11 δολάρια το βαρέλι.
Οι Χούθι, που είχαν ανακοινώσει τη Δευτέρα 20 Ιουλίου τον αποκλεισμό των λιμανιών της Σαουδικής Αραβίας, δήλωσαν ότι πραγματοποίησαν «στρατιωτική επιχείρηση» εναντίον «δύο σαουδαραβικών πετρελαιοφόρων που παραβίασαν τον αποκλεισμό», ταυτοποιώντας τα πλοία ως Encelia και Layla.
Σαουδαραβική επίσημη πηγή επιβεβαίωσε ότι το Encelia, «που ανήκει σε σαουδαραβική εταιρία», «τέθηκε στο στόχαστρο ενώ έπλεε στην Ερυθρά Θάλασσα».
Η θαλάσσια κυκλοφορία μέσω της Ερυθράς Θάλασσας έχει αποκτήσει κρίσιμη σημασία για τη Σαουδική Αραβία. Από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, το Ριάντ έχει αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές πετρελαίου μέσω του λιμανιού της Γιανμπού, στις δυτικές ακτές της χώρας, ώστε να παρακάμπτει τον ιρανικό αποκλεισμό του Στενού του Ορμούζ.
Σύμφωνα με τον αναλυτή της PVM, Τζον Έβανς, η ποσότητα πετρελαίου που εξάγεται από τη Γιανμπού αντιστοιχεί πλέον στο 75% της συνολικής ποσότητας που εξάγει η Σαουδική Αραβία σε κανονικές συνθήκες.
Οι επιθέσεις των Χούθι επηρεάζουν περισσότερο τις εξαγωγές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή προς την Ασία, προκαλώντας καθυστερήσεις και αυξημένο κόστος μεταφοράς.
Όπως εξηγεί ο Έβανς, «η διαδρομή ανάμεσα στη Γιανμπού και την Κίνα διαρκεί λίγο παραπάνω από 20 ημέρες» περνώντας ανοικτά της Υεμένης, ενώ η εναλλακτική μέσω της Διώρυγας του Σουέζ ή η παράκαμψη της Αφρικής συνεπάγεται «χρόνο ταξιδιού μεγαλύτερο των 50 ημερών».