Η Γαλλία εισέρχεται σε μια κρίσιμη πολιτική φάση, καθώς ο δεύτερος γύρος των δημοτικών εκλογών της Κυριακής αναμένεται να αποτελέσει βαρόμετρο για τις προεδρικές εκλογές του 2027.
Το πολιτικό σκηνικό παραμένει κατακερματισμένο και οι ισορροπίες εύθραυστες, με την άκρα δεξιά να επιχειρεί να επεκτείνει την επιρροή της και την αριστερά να αναζητά σταθερές συμμαχίες.
Στον πρώτο γύρο, η συντριπτική πλειονότητα των 35.000 δήμων και κοινοτήτων εξέλεξε δήμαρχο, παρά τη χαμηλή συμμετοχή που έφτασε το 42%, ποσοστό-ρεκόρ αποχής εκτός πανδημίας.
Ο δεύτερος γύρος, που διεξάγεται σε 1.580 δήμους και κοινότητες, συγκεντρώνει το ενδιαφέρον της πολιτικής σκηνής, καθώς θεωρείται η ανεπίσημη έναρξη της προεκλογικής περιόδου για τις προεδρικές εκλογές.
Ο Εθνικός Συναγερμός, φαβορί σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις για τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2027, επιδιώκει να ενισχύσει τη δυναμική του σε τοπικό επίπεδο, έχοντας ήδη αναδειχθεί πρώτο κόμμα στις βουλευτικές του 2024.
Δέκα υποψήφιοί του επανεξελέγησαν, ενώ δεκατέσσερις εξασφάλισαν τη νίκη από τον πρώτο γύρο.
Το κόμμα συμμετέχει σε 260 δήμους και κοινότητες στον δεύτερο γύρο, χωρίς όμως ευρείες συμμαχίες με τη δεξιά, καθώς η στρατηγική ανοίγματος που πρότεινε ο πρόεδρος του Εθνικού Συναγερμού Ζορντάν Μπαρντελά δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Μάχη για τις μεγάλες πόλεις
Στη Μασσαλία, ο υποψήφιος του Εθνικού Συναγερμού Φρανκ Αλιζιό βρίσκεται κοντά στον απερχόμενο δήμαρχο της αριστεράς Μπενουά Παγιάν (36,7% έναντι 35%).
Ωστόσο, η αποχώρηση του υποψηφίου της ριζοσπαστικής αριστεράς (11,9%) και η παραμονή της υποψήφιας της δεξιάς και του κέντρου (12,4%) καθιστούν τη μάχη αμφίρροπη.
Στην Τουλόν, η βουλευτής του Εθνικού Συναγερμού Λορ Λαβαλέτ προηγείται με 42,05%, και σε περίπτωση νίκης, η πόλη θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη της Γαλλίας υπό διοίκηση του κόμματος. Παράλληλα, ο Ερίκ Σιοτί, προερχόμενος από την παραδοσιακή δεξιά, διεκδικεί τη νίκη στη Νίκαια.
Σασπένς στο Παρίσι
Μετά από 25 χρόνια αριστερής διακυβέρνησης, μια πιθανή επικράτηση της δεξιάς στην πρωτεύουσα θα είχε έντονο πολιτικό συμβολισμό.
Ο σοσιαλιστής Εμανουέλ Γκρεγκουάρ, πρώην πρώτος αντιδήμαρχος της Αν Ινταλγκό, συγκέντρωσε 38%, έναντι 25% της Ρασιντά Ντατί, πρώην υπουργού των Νικολά Σαρκοζί και Εμανουέλ Μακρόν.
Η Ντατί, που αντιμετωπίζει δίκη τον Σεπτέμβριο, ενισχύεται από τη στήριξη του κεντροδεξιού Πιερ-Ιβ Μπουρναζέλ (11,34%) και την αποχώρηση της ακροδεξιάς υποψήφιας Σαρά Κναφό (10,4%).
Αν και η Κναφό δεν κάλεσε τους ψηφοφόρους της να στηρίξουν τη Ντατί, ζήτησε «να εκδιωχθεί η αριστερά», ενώ η Μαρίν Λε Πεν κάλεσε για «φραγμό στην αριστερά».
Οι σχηματισμοί της παραδοσιακής δεξιάς εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν διλήμματα σχετικά με τη συνεργασία τους με την άκρα δεξιά, η οποία έχει επισημοποιηθεί μόνο σε τρεις κοινότητες σε όλη τη χώρα.
Ανακατατάξεις στην αριστερά
Το Σοσιαλιστικό Κόμμα προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τη σχέση του με την Ανυπότακτη Γαλλία (LFI), η οποία βρίσκεται σε εσωτερική κρίση μετά από επεισόδια στη Λυών και κατηγορίες κατά του Ζακ-Λυκ Μελανσόν για αντισημιτισμό.
Ο ηγέτης των Σοσιαλιστών Ολιβιέ Φορ απέκλεισε «οποιαδήποτε εθνική συμφωνία» με την LFI, ωστόσο σε τοπικό επίπεδο έχουν υπάρξει συνεργασίες, όπως στη Λυών και τη Ναντ.
Σε άλλες πόλεις, όπως η Τουλούζη, υποψήφιοι του Σοσιαλιστικού Κόμματος στηρίζουν την LFI. Οι κινήσεις αυτές προκαλούν αντιδράσεις, με τον ευρωβουλευτή Ραφαέλ Γκλυκσμάν να τις χαρακτηρίζει «ούτε ηθικά ορθές, ούτε εκλογικά ωφέλιμες».
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι τοπικές αυτές συμφωνίες θα επηρεάσουν τη μελλοντική αναμέτρηση των δυνάμεων ενόψει των προεδρικών εκλογών.