Στα 12,35 ευρώ τοποθετεί την τιμή-στόχο για την Τράπεζα Κύπρου η Deutsche Bank, με σύσταση «αγορά» (buy), μετά τα ισχυρά αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου που οδήγησαν σε νέα αναβάθμιση των ετήσιων στόχων της διοίκησης.
Η τιμή-στόχος υποδηλώνει περιθώριο ανόδου περίπου 13,1% έναντι των 10,92 ευρώ στο κλείσιμο της 4ης Νοεμβρίου.
Τα καθαρά κέρδη που αναλογούν στους μετόχους διαμορφώθηκαν στα 131 εκατ. ευρώ, υπερβαίνοντας κατά 4% τις εκτιμήσεις του γερμανικού οίκου. Παρέμειναν σταθερά σε τριμηνιαία βάση και αυξήθηκαν κατά 11% σε ετήσια, με βασικό μοχλό τις καθαρές αναστροφές προβλέψεων για δάνεια. Αντίθετα, τα κέρδη προ προβλέψεων υπολείπονταν κατά 2% των εκτιμήσεων, λόγω χαμηλότερων εσόδων από χρηματοοικονομικές πράξεις και υψηλότερων δαπανών προσωπικού.
Η διοίκηση αναβάθμισε τους περισσότερους στόχους για το 2026. Πλέον αναμένει απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων στα υψηλά επίπεδα της ζώνης του 10%-20%, έναντι των μεσαίων προηγουμένως, και οργανική δημιουργία κεφαλαίων άνω των 400 μονάδων βάσης, από 350-400 μονάδες.
Ο στόχος για τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκε στα περίπου 765 εκατ. ευρώ, από 750 εκατ., ενώ η πιστωτική επέκταση αναμένεται σε υψηλό μονοψήφιο ποσοστό, εξαιρουμένης της συναλλαγής με την CDB, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για άνω του 5%. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα, χωρίς την ειδική εισφορά, αναμένεται κάτω από το 40%, αντί περίπου 40%, ενώ για το κόστος κινδύνου προβλέπονται πλέον μικρές καθαρές αναστροφές προβλέψεων, αντί επιβάρυνσης στο χαμηλότερο άκρο των 40-50 μονάδων βάσης.
Ενίσχυση των επιτοκιακών εσόδων και των προμηθειών
Τα καθαρά έσοδα από τόκους ανήλθαν στα 196 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Deutsche Bank, αυξημένα κατά 4% έναντι του προηγούμενου τριμήνου και κατά 9% σε ετήσια βάση. Στήριξη προσέφεραν τα υψηλότερα επιτόκια και η συνεχιζόμενη αύξηση των εργασιών.
Η απόδοση των δανείων ενισχύθηκε κατά 7 μονάδες βάσης, στο 4,43%, υπερκαλύπτοντας την αύξηση του κόστους καταθέσεων κατά 4 μονάδες βάσης, στο 0,32%. Τα δάνεια προ προβλέψεων αυξήθηκαν κατά 2% σε τριμηνιαία και 9% σε ετήσια βάση, ενώ οι καταθέσεις ενισχύθηκαν κατά 3% έναντι του δεύτερου τριμήνου. Ο νέος ετήσιος στόχος συνεπάγεται καθαρά έσοδα από τόκους περίπου 200 εκατ. ευρώ στο τέταρτο τρίμηνο.
Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες διαμορφώθηκαν στα 47 εκατ. ευρώ, κατά 1% υψηλότερα των εκτιμήσεων, με αύξηση 2% σε τριμηνιαία και 4% σε ετήσια βάση, χάρη στις προμήθειες καρτών και την εποχική συναλλακτική δραστηριότητα. Το καθαρό ασφαλιστικό αποτέλεσμα έφθασε τα 17 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας κατά 7% τις προβλέψεις, λόγω ευνοϊκότερης εξέλιξης των αποζημιώσεων στις ασφαλίσεις ζωής.
Αντίθετα, τα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις περιορίστηκαν στα 3 εκατ. ευρώ, έναντι εκτίμησης για 8 εκατ., λόγω ζημιών αποτίμησης εν μέσω αυξημένης μεταβλητότητας των επιτοκίων. Συνολικά, τα έσοδα υπολείπονταν οριακά, κατά 0,2%, των προβλέψεων.
Αναστροφές προβλέψεων και ισχυρά κεφάλαια
Οι λειτουργικές δαπάνες ήταν κατά 3% υψηλότερες των εκτιμήσεων και αυξήθηκαν κατά 5% τόσο σε τριμηνιαία όσο και σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω της εποχικής αύξησης των εισφορών, η οποία ήταν αναμενόμενη.
Οι δαπάνες προσωπικού διαμορφώθηκαν στα 54 εκατ. ευρώ, κατά 5% πάνω από τις προβλέψεις, αλλά μειωμένες κατά 5% έναντι του δεύτερου τριμήνου. Η επιβάρυνση περίπου 9 εκατ. ευρώ για το πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης του προηγούμενου τριμήνου αντικαταστάθηκε από πρόβλεψη περίπου 5,5 εκατ. ευρώ για αμοιβές βάσει απόδοσης. Εξαιρουμένων αυτών των στοιχείων, οι δαπάνες προσωπικού παρέμειναν σταθερές σε τριμηνιαία βάση. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα, χωρίς τις εισφορές, βελτιώθηκε στο 35%, από 36%.
Οι καθαρές αναστροφές προβλέψεων αντανακλούν αναστροφές περίπου 4,4 εκατ. ευρώ για συγκεκριμένους πελάτες και βελτιωμένες μακροοικονομικές παραδοχές.
Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας CET1 διαμορφώθηκε στο 20,6%, ή στο 20,3% συνυπολογίζοντας τη συναλλαγή με την CDB, μειωμένος κατά περίπου 30 μονάδες βάσης σε τριμηνιαία βάση. Η οργανική δημιουργία κεφαλαίων περίπου 120 μονάδων βάσης υπερκαλύφθηκε από την πρόβλεψη για διανομή του 70% των κερδών, την αύξηση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού κατά 2,4% και λοιπές επιδράσεις.