Στις πρόσφατες τροποποιήσεις του νομοθετικού πλαισίου για την έκτιση ποινών και την αποφυλάκιση καταδικασμένων από το 2019 έως σήμερα, αναφέρθηκε με ανάρτησή του ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος. Στην τοποθέτησή του, ο κ. Σκέρτσος συγκρίνει τις τρέχουσες ρυθμίσεις με εκείνες που ίσχυαν κατά την περίοδο 2015-2019, αναδεικνύοντας τις σημαντικές διαφορές που προέκυψαν στη διαχείριση των ποινών.
Ο υπουργός Επικρατείας κάνει ιδιαίτερη αναφορά στον νόμο 4322/2015, γνωστό ως νόμο Παρασκευόπουλου, επισημαίνοντας ότι τότε «για φυλάκιση έως 3 έτη το όριο πραγματικής έκτισης έπεσε από τα 2/5 στο 1/10 της ποινής». Παράλληλα, σημειώνει πως για κάθειρξη άνω των δέκα ετών υπήρχε δυνατότητα αποφυλάκισης υπό όρους με πραγματική έκτιση του 1/3 της ποινής, γεγονός που, όπως αναφέρει, «σε πολύ σοβαρά εγκλήματα που επιβάλλουν κάθειρξη 15 ετών, αυτό σήμαινε έκτιση 5 χρόνων».
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο ίδιος, από τον Απρίλιο του 2015 έως τον Αύγουστο του 2019 πραγματοποιήθηκαν συνολικά 18.193 αποφυλακίσεις, δηλαδή περίπου 343 κάθε μήνα. Για το 2017, αποφυλακίστηκαν 320 καταδικασμένοι για ληστείες, 1.137 για κλοπές και περίπου 700 για αδικήματα ναρκωτικών.
Σε ό,τι αφορά τις αλλαγές μετά το 2019, ο κ. Σκέρτσος αναφέρει ότι το 2021, επί υπουργίας Κώστα Τσιάρα, αυξήθηκαν τα όρια έκτισης ποινών για σοβαρά εγκλήματα, όπως η ανθρωποκτονία από πρόθεση, ο βιασμός και η ληστεία. Ειδικότερα, για την πρόσκαιρη κάθειρξη απαιτείται πλέον έκτιση των 4/5 της ποινής (με συνυπολογισμό του ευεργετικού χρόνου) και τουλάχιστον των 3/5 με πραγματική παραμονή στη φυλακή. Χαρακτηριστικά, για κάθειρξη 15 ετών απαιτούνται τουλάχιστον 9 χρόνια πραγματικής κράτησης πριν από τη δυνατότητα αποφυλάκισης υπό όρους.
Οι αλλαγές συνεχίστηκαν το 2024, επί υπουργίας Γιώργου Φλωρίδη, με την αύξηση του ανώτατου ορίου της πρόσκαιρης κάθειρξης από 15 σε 20 έτη και της συνολικής κάθειρξης για περισσότερα εγκλήματα από 20 σε 25 έτη. Το 2026, για τις πολλαπλές ισόβιες καθείρξεις, αυξήθηκε από τα 25 στα 30 χρόνια το ειδικό όριο πραγματικής κράτησης για τη δυνατότητα απόλυσης υπό όρους.
Στόχοι και αξιολόγηση της σωφρονιστικής πολιτικής
Ο κ. Σκέρτσος τονίζει ότι «σε ένα σύγχρονο κράτους δικαίου που μεριμνά για την προστασία και την ασφάλεια των πολιτών του, και ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων εξ αυτών, μια καταδικαστική απόφαση για ένα σοβαρό έγκλημα και ο τρόπος με τον οποίο αυτή εκτελείται υπηρετούν» τρεις σκοπούς: την τιμωρία και απόδοση δικαιοσύνης, την προστασία και αποκατάσταση των θυμάτων και τον σωφρονισμό του καταδικασμένου ώστε να επανενταχθεί στην κοινωνία.
Στην τοποθέτησή του, ο υπουργός Επικρατείας ασκεί κριτική στην πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Αλέξη Τσίπρα, δηλώνοντας πως «κατά την κρίση μου, απέτυχε και στους τρεις» στόχους. Προσθέτει ακόμη ότι «το χειρότερο είναι ότι 7 χρόνια μετά δεν υπάρχει καμία μεταμέλεια από τον ίδιο τον κ. Τσίπρα για τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής παρά μόνο υποκριτικές κορώνες περί νομιμότητας και διαφάνειας».
Αναφερόμενος στη μεταρρυθμιστική πορεία μετά το 2019, ο κ. Σκέρτσος αναγνωρίζει τη σημασία των αλλαγών, ωστόσο επισημαίνει ότι «έχουμε ακόμη δουλειά να κάνουμε».
Ο υπουργός Επικρατείας υπογραμμίζει την ανάγκη για περισσότερες και καλύτερες υποδομές στις φυλακές, αξιοπρεπείς συνθήκες κράτησης και ουσιαστική προετοιμασία των κρατουμένων για επανένταξη μέσω εκπαίδευσης, εργασίας και στήριξης μετά την αποφυλάκιση. Υποστηρίζει επίσης την αξιοποίηση εναλλακτικών τρόπων έκτισης ποινών, όπου το επιτρέπει η βαρύτητα της πράξης, όπως η κοινωφελής εργασία και η κατ' οίκον κράτηση με «βραχιολάκι».
«Αν ένας άνθρωπος βγαίνει από τη φυλακή πιο επικίνδυνος απ' ό,τι μπήκε, το σωφρονιστικό σύστημα έχει αποτύχει», σημειώνει χαρακτηριστικά. Καταλήγει ότι «ο ουσιαστικός σωφρονισμός είναι μέρος της προστασίας των θυμάτων», καθώς συμβάλλει καθοριστικά στην αποτροπή νέων εγκληματικών πράξεων.