Τη θετική ανταπόκριση της Ελλάδας στο αίτημα της Σαουδικής Αραβίας για παραμονή της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot στο Βασίλειο, σε μία κρίσιμη συγκυρία για τη Μέση Ανατολή, γνωστοποίησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον Πρίγκιπα Διάδοχο Μοχάμαντ Μπιν Σαλμάν Αλ Σαούντ, κατά τη συνάντησή τους στο Ριάντ.
Ο πρωθυπουργός καταδίκασε τις επιθέσεις εναντίον της Σαουδικής Αραβίας και τόνισε την έμπρακτη αλληλεγγύη της Ελλάδας προς το Βασίλειο. Υπογράμμισε ότι η χώρα μας συμβάλλει στην αεράμυνα της Σαουδικής Αραβίας με τη συστοιχία Patriot που βρίσκεται εκεί από το 2021.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ελληνική παρουσία ενισχύει όχι μόνο την ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας, αλλά και την περιφερειακή σταθερότητα, προστατεύοντας κρίσιμες ενεργειακές υποδομές στο Γιανμπού, στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας.
Κατά τη συνάντηση επιβεβαιώθηκε ο στρατηγικός χαρακτήρας των διμερών σχέσεων, ενώ συζητήθηκαν τρόποι περαιτέρω εμβάθυνσης της συνεργασίας, κυρίως στους τομείς της άμυνας, της ενέργειας και της συνδεσιμότητας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στις περιφερειακές εξελίξεις, με έμφαση στο Ιράν και στη γενικότερη κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Ο κ. Μητσοτάκης ανέδειξε την ανάγκη διασφάλισης της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα, ως σημαντική ναυτιλιακή δύναμη, δίνει προτεραιότητα στην ασφάλεια των διεθνών θαλάσσιων οδών και στη συνεχή ροή του παγκόσμιου εμπορίου.
Ο πρωθυπουργός επανέλαβε ότι το διεθνές νομικό πλαίσιο πρέπει να τηρείται και δεν πρέπει να τίθενται περιορισμοί στην ελευθερία της ναυσιπλοΐας, καθώς κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο διάδοχος του σαουδαραβικού θρόνου συζήτησαν εκτενώς και τη συνεργασία στον τομέα της συνδεσιμότητας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα δεδομένα, με επίκεντρο το έργο EMC (East to Med Data Corridor). Το έργο αυτό στοχεύει στη διασύνδεση Ευρώπης και Ασίας μέσω Ελλάδας και Σαουδικής Αραβίας.
Στη συνάντηση εξετάστηκε και η προετοιμασία για τη δεύτερη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας Ελλάδας - Σαουδικής Αραβίας. Έγινε ανασκόπηση της προόδου που σημειώθηκε μετά την πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου, τον Ιανουάριο του 2025, η οποία θεμελίωσε συστηματικά τη συνεργασία των δύο χωρών σε διάφορους τομείς.