Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται στην ανάπτυξη τεχνολογιών οπτικών δορυφορικών επικοινωνιών με τη συμμετοχή ελληνικών πανεπιστημίων και ερευνητικών υποδομών, από τον Χολομώντα της Χαλκιδικής έως τον Χελμό και το Κρυονέρι. Οι τεχνολογίες αυτές υπόσχονται ταχύτερη μεταφορά μεγάλου όγκου δεδομένων από το Διάστημα, ενισχύοντας παράλληλα την ασφάλεια των δορυφορικών συνδέσεων.
Οι πρόσφατες επιτυχημένες δοκιμές επικοινωνίας μέσω λέιζερ του μικροδορυφόρου ERMIS-3 με επίγειο σταθμό στη Χαλκιδική, αποτελούν συνέχεια των δοκιμών του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA) με το διαστημόπλοιο Psyche της NASA, που θα πραγματοποιηθούν από τα αστεροσκοπεία του Χελμού και του Κρυονερίου το καλοκαίρι του 2025.
Οι νέες αυτές τεχνολογίες μπορούν να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο μεταφοράς και αξιοποίησης των πληροφοριών που συλλέγονται από δορυφόρους. Η παρατήρηση της Γης από το Διάστημα παρέχει καθημερινά δεδομένα για περιβαλλοντικές μεταβολές, ακραία καιρικά φαινόμενα, καλλιέργειες, θαλάσσιες περιοχές και υποδομές. Η έγκαιρη μεταφορά και επεξεργασία αυτών των πληροφοριών είναι κρίσιμη για την Πολιτική Προστασία, την επιστημονική κοινότητα, τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες υπηρεσίες.
Ενδεικτικά, μια δορυφορική εικόνα που αποτυπώνει την εξέλιξη μιας μεγάλης πυρκαγιάς μπορεί να συμβάλει στον καλύτερο σχεδιασμό της αντιμετώπισής της από τις αρμόδιες αρχές. Αντίστοιχα, η ταχύτερη πρόσβαση σε δεδομένα για πλημμύρες ή άλλες περιβαλλοντικές μεταβολές ενισχύει τις δυνατότητες παρακολούθησης και αξιολόγησης. Καθώς οι δορυφόροι παράγουν ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες δεδομένων, η ταχύτητα μεταφοράς τους στη Γη αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι οπτικές δορυφορικές επικοινωνίες αποτελούν πεδίο στο οποίο η Ελλάδα αναπτύσσει παρουσία μέσα από τη συμμετοχή πανεπιστημίων, ερευνητικών υποδομών και εξειδικευμένων επιστημόνων.
Οπτική επικοινωνία με τον ERMIS-3 από τον Χολομώντα
Στις 2 και 4 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκαν με επιτυχία δοκιμές επικοινωνίας μέσω λέιζερ μεταξύ του ελληνικού μικροδορυφόρου ERMIS-3 και του επίγειου οπτικού σταθμού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στον Χολομώντα Χαλκιδικής. Ο ERMIS-3, που αναπτύχθηκε από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και εκτοξεύθηκε στις 30 Μαρτίου 2026, αξιοποίησε προηγμένη τεχνολογία της ευρωπαϊκής εταιρείας Astrolight κατά τις δοκιμές.
Η διαδικασία απαιτεί εξαιρετικά ακριβή στόχευση, καθώς ο επίγειος σταθμός πρέπει να εντοπίσει και να διατηρήσει την επικοινωνία με έναν μικρό δορυφόρο που κινείται με ταχύτητα χιλιάδων χιλιομέτρων την ώρα. Η δέσμη φωτός πρέπει να κατευθυνθεί με ακρίβεια προς τον δορυφόρο και να διατηρηθεί ενεργή η σύνδεση όσο εκείνος βρίσκεται εντός εμβέλειας.
Κατά τη διάρκεια των δοκιμών, το σύστημα εντόπισε το οπτικό σήμα, ευθυγραμμίστηκε και παρακολούθησε τον δορυφόρο αυτόματα κατά τη διέλευσή του. Μάλιστα, σε μία από τις δοκιμές, η επικοινωνία διατηρήθηκε για περίπου τρεισήμισι λεπτά, παρά τη μερική νέφωση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Astrolight, εκτός από τη διατήρηση της σύνδεσης, πραγματοποιήθηκαν και μεταδόσεις δεδομένων υψηλής ταχύτητας.
Το αποτέλεσμα αυτό αποτελεί σημαντικό βήμα προς την αξιοποίηση οπτικών δορυφορικών συνδέσεων υψηλής χωρητικότητας σε πραγματικές εφαρμογές, επιβεβαιώνοντας τη δυνατότητα του συστήματος να εντοπίζει, να παρακολουθεί και να επικοινωνεί με τον δορυφόρο σε πραγματικό χρόνο.
Ταχύτερη μεταφορά δεδομένων και αυξημένη ασφάλεια με τη χρήση λέιζερ
Οι δορυφορικές επικοινωνίες με τη Γη πραγματοποιούνται σήμερα κυρίως μέσω ραδιοκυμάτων, ωστόσο η αύξηση του όγκου των δεδομένων δημιουργεί νέες απαιτήσεις για τη μεταφορά τους. Οι οπτικές επικοινωνίες αξιοποιούν στενές δέσμες φωτός λέιζερ αντί για ραδιοκύματα, υποστηρίζοντας πολύ υψηλές ταχύτητες μετάδοσης.
Αυτή η δυνατότητα επιτρέπει τη μεταφορά περισσότερων δορυφορικών εικόνων, ακριβέστερων μετρήσεων και μεγαλύτερων όγκων πληροφοριών στα επίγεια συστήματα σε συντομότερο χρόνο. Οι εφαρμογές αφορούν την πρόληψη και διαχείριση φυσικών καταστροφών, την παρακολούθηση του περιβάλλοντος, τη γεωργία ακριβείας, τη ναυτιλία και την προστασία κρίσιμων υποδομών.
Παράλληλα, οι οπτικές επικοινωνίες προσφέρουν αυξημένη ασφάλεια, καθώς η στενή και ακριβώς κατευθυνόμενη δέσμη φωτός δυσκολεύει την υποκλοπή ή παρεμβολή. Σε συνδυασμό με τεχνολογίες κρυπτογράφησης, μπορούν να δημιουργηθούν ιδιαίτερα ασφαλή δίκτυα επικοινωνιών.
Ωστόσο, η τεχνολογία παρουσιάζει και περιορισμούς, αφού η νέφωση και οι ατμοσφαιρικές συνθήκες μπορεί να επηρεάσουν τη σύνδεση. Για το λόγο αυτό, οι οπτικές επικοινωνίες λειτουργούν συμπληρωματικά προς τα υφιστάμενα δορυφορικά συστήματα.
Από τη Χαλκιδική στις διαπλανητικές επικοινωνίες του ESA
Η ελληνική συμμετοχή στις οπτικές επικοινωνίες δεν περιορίζεται στη χαμηλή τροχιά γύρω από τη Γη. Το καλοκαίρι του 2025, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος αξιοποίησε τις υποδομές των αστεροσκοπείων του Κρυονερίου και του Χελμού στην Πελοπόννησο για οπτικές επικοινωνίες μεταξύ ευρωπαϊκών επίγειων σταθμών και του διαστημοπλοίου Psyche της NASA, το οποίο εξερευνά το βαθύ Διάστημα.
Κατά την πρώτη δοκιμή, το Psyche βρισκόταν σε απόσταση περίπου 265 εκατομμυρίων χιλιομέτρων από τη Γη, ενώ ακολούθησαν και άλλες επιτυχημένες συνδέσεις σε ακόμα μεγαλύτερες αποστάσεις. Με αυτόν τον τρόπο, για πρώτη φορά, ευρωπαϊκές υποδομές εγκατεστημένες στην Ελλάδα υποστήριξαν οπτικές επικοινωνίες σε διαπλανητικές αποστάσεις.
Οι δοκιμές αυτές αναδεικνύουν τη δυνατότητα αξιοποίησης των ελληνικών υποδομών σε τεχνολογίες που θα αποτελέσουν προϋπόθεση για μελλοντικές διαστημικές αποστολές προς τη Σελήνη, τον 'Αρη και άλλους προορισμούς. Οι επικοινωνίες σε τόσο μεγάλες αποστάσεις διαφέρουν από εκείνες με δορυφόρους σε γήινη τροχιά, ωστόσο βασίζονται πάντοτε στην αξιοποίηση οπτικών σημάτων για τη μεταφορά δεδομένων.
Ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικές υποδομές στην ανάπτυξη διαστημικής τεχνολογίας
Η ανάπτυξη αυτών των τεχνολογιών ενισχύει την ελληνική τεχνογνωσία. Η χώρα συμμετέχει ενεργά στον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και τη δοκιμή συστημάτων υψηλής τεχνολογίας, πέρα από τη χρήση τεχνολογιών που αναπτύσσονται στο εξωτερικό.
Ο ERMIS-3 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα συνεργασίας της ελληνικής ακαδημαϊκής έρευνας με ευρωπαϊκή τεχνογνωσία. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης συνεργάστηκαν με την Astrolight, με τη στήριξη του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος, του Ελληνικού Κέντρου Διαστήματος και της Γενικής Γραμματείας Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Αυτή η συνεργασία συνδέει την έρευνα με τεχνολογίες που σταδιακά μπορούν να αξιοποιηθούν και εμπορικά.
Οι εξελίξεις εντάσσονται στον ευρύτερο σχεδιασμό του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης για την ανάπτυξη ελληνικών διαστημικών υποδομών και την αξιοποίησή τους από την επιστημονική κοινότητα, τις επιχειρήσεις και το Δημόσιο. Μέσα από το Εθνικό Πρόγραμμα Μικροδορυφόρων αναπτύσσονται διαστημικές και επίγειες υποδομές που μπορούν να λειτουργήσουν συνδυαστικά, ενισχύοντας τις δυνατότητες συλλογής, μεταφοράς και αξιοποίησης δορυφορικών δεδομένων.
Η ενίσχυση της εγχώριας τεχνογνωσίας δημιουργεί προοπτικές για νέες ερευνητικές δραστηριότητες, συνεργασίες με διεθνείς φορείς, εξειδικευμένες ελληνικές επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας υψηλής τεχνολογίας. Παράλληλα, η συμμετοχή της Ελλάδας στα ευρωπαϊκά δίκτυα οπτικών επικοινωνιών συνδέεται με τη στρατηγική της Ευρώπης για ανάπτυξη αυτόνομων υποδομών μεταφοράς και προστασίας κρίσιμων δεδομένων.
Δ. Παπαστεργίου: Επενδύσεις σε υποδομές και τεχνογνωσία μέσω του Εθνικού Προγράμματος Μικροδορυφόρων και του Hellas Space II
Ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης Δημήτρης Παπαστεργίου, σε δήλωσή του, επισήμανε τη σύνδεση της διαστημικής τεχνολογίας με τις ανάγκες της καθημερινότητας. Όπως ανέφερε, «Όταν μιλάμε για το Διάστημα, δεν μιλάμε μόνο για πυραύλους και δορυφόρους. Μιλάμε για τεχνολογίες που μπορούν να μας δώσουν πιο γρήγορες, ασφαλείς και αξιόπιστες επικοινωνίες, εκεί όπου τις χρειαζόμαστε περισσότερο. Για παράδειγμα, όταν πρέπει να μεταφερθούν μεγάλοι όγκοι δεδομένων γρήγορα και με ασφάλεια, ακόμη και από περιοχές όπου οι επίγειες υποδομές επικοινωνίας δεν επαρκούν.
Η επιτυχία στον Χολομώντα, όπου ένας ελληνικός μικροδορυφόρος επικοινώνησε μέσω λέιζερ με επίγειο σταθμό, είναι ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, ανοίγοντας τον δρόμο για πολύ ταχύτερη μεταφορά δεδομένων. Το ίδιο ισχύει και για τις δοκιμές επικοινωνίας με το βαθύ Διάστημα από τον Χελμό και το Κρυονέρι.
Με το "Εθνικό Πρόγραμμα Μικροδορυφόρων" και το "HELLAS Space II" επενδύουμε σε υποδομές και τεχνογνωσία, ώστε η Ελλάδα να αναπτύσσει δικές της τεχνολογίες αιχμής και να συμμετέχει ενεργά στη νέα εποχή των διαστημικών επικοινωνιών. Θέλουμε η Ελλάδα να έχει τον δικό της ρόλο στη διαστημική τεχνολογία και τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας να επιστρέφουν στην κοινωνία».
Από τις επιστημονικές δοκιμές στις εφαρμογές για την κοινωνία
Για τους πολίτες, οι συγκεκριμένες επιτυχίες δεν σημαίνουν άμεση επικοινωνία των κινητών τηλεφώνων με δορυφόρους μέσω λέιζερ ούτε αυτόματη αναβάθμιση των υπηρεσιών Πολιτικής Προστασίας. Αφορούν την ανάπτυξη τεχνολογιών που μελλοντικά θα καταστήσουν τις δορυφορικές πληροφορίες πιο άμεσα διαθέσιμες, αξιόπιστες και ασφαλείς.
Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο που οι φυσικές καταστροφές, οι ανάγκες της οικονομίας και η προστασία κρίσιμων υποδομών απαιτούν περισσότερα και καλύτερα δεδομένα. Η ταχύτερη μεταφορά τους μπορεί να ενισχύσει την αξιοποίηση των πληροφοριών που συλλέγονται από το Διάστημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι τεχνολογικές επιτυχίες μετατρέπονται άμεσα σε ολοκληρωμένες υπηρεσίες.
Από τον Χολομώντα έως τον Χελμό και το Κρυονέρι, οι ελληνικές υποδομές υποστηρίζουν δύο συμπληρωματικές κατευθύνσεις: την επικοινωνία με δορυφόρους σε γήινη τροχιά και τις οπτικές συνδέσεις με διαστημικές αποστολές σε διαπλανητικές αποστάσεις. Το ζητούμενο είναι η επιστημονική πρόοδος να μετατραπεί σε τεχνογνωσία, υπηρεσίες και εφαρμογές με διαρκές όφελος για τη χώρα.
Η αξία των δορυφόρων δεν βρίσκεται μόνο στη συλλογή πληροφοριών από το Διάστημα, αλλά και στην ταχύτητα με την οποία αυτές μεταφέρονται, επεξεργάζονται και αξιοποιούνται στη Γη.