Τρεις βασικές προτεραιότητες στην αξιοποίηση του δημοσιονομικού χώρου αναδεικνύει το Γραφείο του Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, σύμφωνα με όσα παρουσίασε ο Συντονιστής Ιωάννης Τσουκαλάς κατά τη συζήτηση του προσχεδίου του προϋπολογισμού στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή. Οι προτεραιότητες αυτές αφορούν τη συνέχιση της αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους, την ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων που κινητοποιούν ιδιωτικά κεφάλαια και τη λήψη στοχευμένων, προσωρινών ενεργειακών μέτρων, εφόσον υπάρξει η αναγκαία ευελιξία στο πλαίσιο της εθνικής ρήτρας διαφυγής.
Σχετικά με τη μείωση του χρέους, ο κ. Τσουκαλάς τόνισε ότι τα ελληνικά ομόλογα εμφανίζονταν ευάλωτα κατά την περίοδο της πανδημίας και νωρίτερα, αλλά πλέον έχουν ενισχύσει την ανθεκτικότητά τους απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραματίζουν οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας.
Για τις δημόσιες επενδύσεις, το Γραφείο του Προϋπολογισμού σημείωσε ότι σύμφωνα με σχετική μελέτη, κάθε ευρώ δημόσιας επένδυσης έχει μεγαλύτερο αποτύπωμα σε σχέση με τη δημόσια κατανάλωση, ειδικά από τον τρίτο χρόνο και μετά. Επιπλέον, οι δημόσιες επενδύσεις μπορούν να προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια, υπό την προϋπόθεση της σωστής επιλογής και υλοποίησης έργων.
Σε ό,τι αφορά τα ενεργειακά μέτρα, το Γραφείο επισημαίνει πως πρέπει να είναι στοχευμένα και προσωρινά, προσανατολισμένα στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Στόχος είναι η αναχαίτιση κυρίως των δευτερογενών επιδράσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα, καθώς, όπως αναφέρεται, «Αν χαθεί εκεί το παιχνίδι με τον πληθωρισμό, στη συνέχεια θα είναι πολύ δύσκολο το φαινόμενο να διορθωθεί».
Η πορεία της ελληνικής οικονομίας και οι προβλέψεις
Ο Γενικός Συντονιστής του Γραφείου του Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή αναφέρθηκε στην ανθεκτικότητα που παρουσιάζει η ελληνική οικονομία σε ένα δυσμενές περιβάλλον. Όπως σημείωσε, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του δεύτερου τριμήνου του 2026, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9%, η ιδιωτική κατανάλωση κατά 1,7%, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου κατά 6,1% και οι εξαγωγές κατά 2,2%. Αντίθετα, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 3,7%, λειτουργώντας ανασταλτικά.
Η ανεργία του δεύτερου τριμήνου υποχώρησε στο 8,3% σε σχέση με πέρυσι, ενώ υπήρξαν αναβαθμίσεις από τέσσερις οίκους αξιολόγησης, γεγονός που δημιουργεί συνθήκες για χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας. Ωστόσο, ο πληθωρισμός παραμένει επίμονος, καθώς τον Σεπτέμβριο καταγράφηκε στο 5,1% έναντι 3,7% στην ευρωζώνη. Η διαφορά αυτή διαβρώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα, με τον κ. Τσουκαλά να σημειώνει πως η αύξηση του πληθωρισμού οφείλεται κυρίως στο αυξημένο κόστος ενέργειας, ενώ και ο πληθωρισμός υπηρεσιών παραμένει υψηλός.
Αναφορικά με τις προβλέψεις του προϋπολογισμού, για το 2026 το προσχέδιο εκτιμά ανάπτυξη του ΑΕΠ 2%, ενώ το Γραφείο του Προϋπολογισμού εκτιμά 1,9%. Για το 2027, το προσχέδιο προβλέπει 2,3% και το Γραφείο 2%. Ο κ. Τσουκαλάς εξήγησε ότι η πρόβλεψη του Γραφείου είναι πιο συντηρητική, λόγω των καθοδικών κινδύνων στο διεθνές περιβάλλον, ωστόσο η ανάπτυξη μπορεί να στηριχθεί από τα μέτρα της ΔΕΘ, το αυξημένο ΠΔΕ και τα προγράμματα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Εάν το 2027 υπάρξει αποκλιμάκωση της κρίσης, ο τουρισμός και οι εξαγωγές μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω την ανάπτυξη, ενώ αναμένεται και βελτίωση της πιστοληπτικής ικανότητας με τη μείωση του χρέους.
Κίνδυνοι και διαρθρωτικές αδυναμίες
Ο κ. Τσουκαλάς επισήμανε ότι η ενεργειακή κρίση θα επηρεάσει το κόστος παραγωγής, ενώ σημαντικοί καθοδικοί κίνδυνοι εντοπίζονται στις αυστηρότερες χρηματοδοτικές συνθήκες στην Ευρώπη και στις μακροχρόνιες αποδόσεις που ωθούν τα επιτόκια προς τα πάνω. Εάν οι συνθήκες αυτές διατηρηθούν και το 2027, θα υπάρξουν πιέσεις σε επενδύσεις και κατανάλωση.
Στις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας συγκαταλέγονται ο υψηλός πληθωρισμός, η σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και η εξάρτηση από τις εισαγωγές.
Όσον αφορά τα δημοσιονομικά περιθώρια, ο κ. Τσουκαλάς υπογράμμισε ότι είναι εξαιρετικά στενά. Η δημοσιονομική πολιτική απαιτεί ισορροπία μεταξύ της στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας, της συγκράτησης του πληθωρισμού και της διατήρησης της δημοσιονομικής σύνεσης. Οι στόχοι του προσχεδίου κρίνονται εφικτοί, αλλά το περιθώριο παραμένει περιορισμένο.
Τέλος, αναφέρθηκε στον κανόνα καθαρών δαπανών, σημειώνοντας ότι μέχρι στιγμής οι δαπάνες δεν υπερβαίνουν τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα μετά την εφαρμογή της ευελιξίας της ρήτρας διαφυγής. Τόνισε πως με χαμηλότερη ανάπτυξη απαιτείται στενή παρακολούθηση της εκτέλεσης, ενώ η υπεραπόδοση των εσόδων βελτιώνει το δημοσιονομικό αποτέλεσμα αλλά δεν αυξάνει το επιτρεπτό επίπεδο δαπανών, ούτε δημιουργεί ισόποσο χώρο για νέες παρεμβάσεις. Γι' αυτό και συνεχίζεται η συζήτηση στην Ευρώπη για την παροχή ευελιξίας σε σχέση με τις ενεργειακές διαταραχές.