Την ικανοποίησή του για την υιοθέτηση δύο βασικών αιτημάτων, τη διεύρυνση της ρύθμισης οφειλών από τις 72 στις 120 δόσεις και την ένταξη των οφειλών του 2024, εκφράζει το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας (ΒΕΑ), μετά τις σχετικές ανακοινώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Όπως επισημαίνεται σε ανακοίνωση του ΒΕΑ, οι παρεμβάσεις αυτές αποτελούν πάγια αιτήματα που διεκδικούνται για περισσότερα από 2 χρόνια. Το ΒΕΑ τονίζει ότι χρειάζεται ένα βιώσιμο πλαίσιο αποπληρωμής των συσσωρευμένων χρεών των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.
Το επιμελητήριο υπογραμμίζει ότι η διαχείριση του ιδιωτικού χρέους πρέπει να συνδέεται με τις συνθήκες δημιουργίας του. Οι μικρές επιχειρήσεις αντιμετώπισαν διαδοχικές κρίσεις, όπως την οικονομική, υγειονομική και ενεργειακή, με τις επιπτώσεις της τελευταίας να επιβαρύνουν το λειτουργικό κόστος και να περιορίζουν τη ρευστότητα.
Το ΒΕΑ είχε επισημάνει στη Βουλή πως η δυνατότητα αποπληρωμής σε έως 72 δόσεις δεν επαρκούσε για τις πραγματικές ανάγκες των μικρών επιχειρήσεων. Η υψηλή μηνιαία επιβάρυνση αύξανε τον κίνδυνο απώλειας της ρύθμισης και δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών. Γι’ αυτό, κατά τη συμμετοχή του στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, είχε ζητήσει θεσμοθέτηση 120 δόσεων και διεύρυνση της περιμέτρου των οφειλών ώστε να συμπεριλαμβάνονται και τα νεότερα χρέη του 2024.
Ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Κωνσταντίνος Δαμίγος, τόνισε πως η σημερινή ανακοίνωση αποτελεί ουσιαστική δικαίωση των αιτημάτων του ΒΕΑ. Όπως ανέφερε, οι μικρές επιχειρήσεις χρειάζονται μια πραγματική δεύτερη ευκαιρία, με δόσεις που να μπορούν να εξυπηρετήσουν. Επανέλαβε ότι η αγορά απαιτεί 120 δόσεις και ένταξη των οφειλών του 2024, προκειμένου να ανταποκρίνονται οι επιχειρήσεις στις υποχρεώσεις τους.
Η αποδοχή αυτών των αιτημάτων αποτελεί σημαντικό βήμα, αποδεικνύοντας ότι όταν η Πολιτεία ακούει την πραγματική οικονομία μπορούν να δοθούν εφαρμόσιμες λύσεις. Ωστόσο, το ΒΕΑ επιμένει ότι η προσπάθεια δεν σταματά εδώ.
Το επιμελητήριο ζητά περαιτέρω μείωση του επιτοκίου της ρύθμισης, απομείωση των προσαυξήσεων και τη θεσμοθέτηση ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού, για μια πραγματικά βιώσιμη και αποτελεσματική ρύθμιση που θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να λειτουργούν και να αναπτύσσονται χωρίς να στερούνται αναγκαία ρευστότητα.
Αιτήματα που παραμένουν ανοιχτά
Σύμφωνα με το ΒΕΑ, οι δύο αλλαγές αποτελούν σημαντικό βήμα, αλλά δεν καλύπτουν το σύνολο των απαιτούμενων παρεμβάσεων. Στις προτάσεις του προς τη Βουλή, το ΒΕΑ είχε ζητήσει δραστική μείωση του επιτοκίου – προτείνοντας σταθερό χαμηλό επιτόκιο έως 2% – και απομείωση προστίμων και προσαυξήσεων, ώστε το όφελος των περισσότερων δόσεων να μην εξανεμίζεται από το συνολικό κόστος εξυπηρέτησης της οφειλής.
Επιπλέον, το επιμελητήριο είχε προτείνει την κατάργηση του περιορισμού που απέκλειε οφειλέτες με ενεργές ρυθμίσεις, προκειμένου να επιτρέπεται η μετάβαση σε ευνοϊκότερη ρύθμιση και να μειώνεται το μηνιαίο βάρος. Κεντρική θέση κατέχει επίσης η θεσμοθέτηση ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού, καθώς η δέσμευση μπορεί να στερήσει από τις επιχειρήσεις κεφάλαια απαραίτητα για μισθούς, προμηθευτές και πρώτες ύλες, αλλά και για την πληρωμή της ίδιας της ρύθμισης.
Για το ΒΕΑ, η επιτυχία του νέου πλαισίου θα κριθεί από το κατά πόσο οι επιχειρήσεις θα μπορούν να παραμείνουν στη ρύθμιση μέχρι την τελευταία δόση. Στόχος είναι η αποπληρωμή των υποχρεώσεων προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία να συμβαδίζει με τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, τη διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας και την προστασία των θέσεων εργασίας.