Την ανάγκη για τη δημιουργία ενός ισχυρού διεθνούς ρυθμιστικού πλαισίου σχετικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη, με σαφείς κανόνες αδειοδότησης, εποπτείας και κυρώσεων, καθώς και τη σύσταση διεθνούς φορέα παρακολούθησης της εξέλιξής της, ανέδειξε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης. Οι δηλώσεις του πραγματοποιήθηκαν στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της 81ης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.
Ο υπουργός συμμετείχε σε παράλληλη εκδήλωση υψηλού επιπέδου που συνδιοργάνωσαν Ελλάδα και Ινδία, με θέμα την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις αναδυόμενες τεχνολογίες στο πλαίσιο της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη θαλάσσια ασφάλεια. Τη συζήτηση συμπροήδρευσε με τον υπουργό Εξωτερικών της Ινδίας Subrahmanyam Jaishankar.
Στην τοποθέτησή του, ο κ. Γεραπετρίτης επισήμανε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μετασχηματίζει ήδη το διεθνές περιβάλλον ασφάλειας, προσφέροντας νέες δυνατότητες για πρόληψη συγκρούσεων, προστασία αμάχων και διατήρηση της ειρήνης, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί νέες ευαλωτότητες και ζητήματα ευθύνης και λογοδοσίας.
Όπως υπογράμμισε, για την Ελλάδα η ανάπτυξη και χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης πρέπει να παραμείνει ανθρωποκεντρική και να εδράζεται στο Διεθνές Δίκαιο, τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και το Διεθνές Δίκαιο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. «Η τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει την ανθρώπινη κρίση, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανθρώπινη ευθύνη», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις εφαρμογές της Τεχνητής Νοημοσύνης στη θαλάσσια ασφάλεια. Σύμφωνα με τον υπουργό, η τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει την έγκαιρη προειδοποίηση, την επιχειρησιακή επίγνωση, να συμβάλει στην ασφαλέστερη ναυσιπλοΐα και να ενισχύσει την προστασία κρίσιμων θαλάσσιων υποδομών.
Παράλληλα, επισημάνθηκαν οι κίνδυνοι που απορρέουν από τον χαρακτήρα της Τεχνητής Νοημοσύνης ως τεχνολογίας διττής χρήσης. Ο κ. Γεραπετρίτης τόνισε ότι δυνατότητες που αναπτύσσονται για ειρηνικούς σκοπούς μπορούν να αξιοποιηθούν και με τρόπους που απειλούν την ασφάλεια, ενώ η αυξανόμενη τεχνολογική εξάρτηση εντείνει τα τρωτά σημεία στον κυβερνοχώρο, με επιπτώσεις σε λιμένες, ναυτιλία, κρίσιμες υποδομές και υποθαλάσσια καλώδια.
Ο υπουργός παρουσίασε τέσσερις βασικούς άξονες για τη διεθνή αντιμετώπιση του ζητήματος: αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης ως εργαλείου πρόληψης κρίσεων, ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ κυβερνήσεων, διεθνών οργανισμών, εταιρειών τεχνολογίας, επιστημονικής και ακαδημαϊκής κοινότητας και ναυτιλιακού κλάδου, προσαρμογή των πολυμερών θεσμών στις τεχνολογικές εξελίξεις και διατήρηση της ανθρώπινης εποπτείας και λογοδοσίας.
Ενόψει της ανάληψης από την Ελλάδα της Προεδρίας του Συμβουλίου Ασφαλείας τον Οκτώβριο, ο κ. Γεραπετρίτης ανέφερε ότι το Συμβούλιο θα πρέπει να εξετάσει τόσο τους κινδύνους των νέων τεχνολογιών όσο και τις δυνατότητες αξιοποίησής τους για την πρόληψη συγκρούσεων και τη διατήρηση της ειρήνης.
Επιπλέον, ο υπουργός αναφέρθηκε στις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της Τεχνητής Νοημοσύνης, επισημαίνοντας τους κινδύνους για τις ευάλωτες ομάδες και τα παιδιά, τις πιθανές απώλειες θέσεων εργασίας και τη διεύρυνση των παγκόσμιων ανισοτήτων.
Στο πλαίσιο αυτό, απέρριψε την προοπτική αυτορρύθμισης των φορέων του κλάδου και τάχθηκε υπέρ της ισχυρής διεθνούς ρύθμισης, με αδειοδότηση, εποπτεία και σύστημα κυρώσεων για παραβιάσεις θεμελιωδών αρχών.
«Χρειαζόμαστε έναν ισχυρό διεθνή ρυθμιστικό φορέα, ο οποίος θα παρακολουθεί την εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης, ώστε αυτή να λειτουργεί προς όφελος της ανθρωπότητας και όχι προς όφελος συγκεκριμένων ανθρώπων», υπογράμμισε.
Τέλος, ο κ. Γεραπετρίτης σημείωσε πως Ελλάδα και Ινδία προτίθενται να συνεχίσουν τη σχετική συζήτηση στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνοντας ότι το κρίσιμο ζήτημα παραμένει κατά πόσον οι διεθνείς θεσμοί και η συνεργασία μπορούν να συμβαδίσουν με την ταχύτητα εξέλιξης της τεχνολογίας.