Την ανάγκη προστασίας της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων από τις υψηλές τιμές ενέργειας και καυσίμων, καθώς και τη σημασία μεγαλύτερης ευρωπαϊκής δημοσιονομικής ευελιξίας για τη στήριξη των νοικοκυριών, ανέδειξε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Surveillance» του Bloomberg.
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε τη σημασία του ζητήματος για την Ελλάδα, αναφερόμενος στη συμμετοχή της χώρας σε ευρωπαϊκή επιχείρηση στην Ερυθρά Θάλασσα. Επισήμανε ότι «η έννοια της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας δεν θα τεθεί ποτέ προς διαπραγμάτευση» και τόνισε πως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά τέλη ή άλλα αντίτιμα για τη διέλευση από ανοιχτές θαλάσσιες οδούς, προειδοποιώντας για αρνητικές επιπτώσεις στο κόστος του εμπορίου και τον πληθωρισμό.
Αναφερόμενος στα Στενά του Ορμούζ, ο κ. Μητσοτάκης εκτίμησε πως η Ευρώπη θα μπορούσε να αναλάβει ενεργότερο ρόλο, εφόσον υπάρξει συμφωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών και λήξη των εχθροπραξιών. Παράλληλα, δήλωσε «κατηγορηματικά αντίθετος» στην καταβολή τελών από Έλληνες πλοιοκτήτες, σημειώνοντας πως κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε «ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο».
Στο οικονομικό σκέλος, ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε καλύτερη δημοσιονομική θέση σε σχέση με πολλές ευρωπαϊκές χώρες, χάρη στο πρωτογενές πλεόνασμα, την υπέρβαση των στόχων και τη μείωση του χρέους. Τόνισε, ωστόσο, ότι το δημοσιονομικό περιθώριο «δεν είναι απεριόριστο» και ότι η Ευρώπη ενδέχεται να χρειαστεί να προσφέρει περισσότερη ευελιξία ώστε να στηριχθούν τα νοικοκυριά ενόψει ενός δύσκολου χειμώνα.
Ο κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε τη δυνατότητα διύλισης στην Ευρώπη «στρατηγικό πλεονέκτημα», επισημαίνοντας ότι παρά την πράσινη μετάβαση, «δεν πρόκειται να απαλλαγούμε από τα ορυκτά καύσιμα στο άμεσο μέλλον». Για τη μείωση της φορολογίας στα καύσιμα στην Ελλάδα, ανέφερε πως απαιτείται ευρωπαϊκή απαλλαγή ώστε η σχετική δημοσιονομική επιβάρυνση να μην υπολογίζεται στο όριο δαπανών, προσθέτοντας ότι διαπιστώνει «κάποια δυναμική» στις συζητήσεις με τις Βρυξέλλες και υπενθυμίζοντας την ήδη ανακοινωθείσα επιδότηση πετρελαίου θέρμανσης.
Παράλληλα, διαβεβαίωσε πως η κυβέρνηση δεν πρόκειται να θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική πρόοδο της χώρας, δηλώνοντας: «Δεν πρόκειται ποτέ ξανά να περάσουμε μια κρίση σαν αυτή που χρειάστηκε να αντιμετωπίσουμε πριν από μια δεκαετία», ενώ σημείωσε ότι η Ελλάδα θα παραμείνει προσηλωμένη στους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.
Σχετικά με τις προσπάθειες προσέλκυσης επενδυτών και διαχειριστών κεφαλαίων στην Ελλάδα, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην προσαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου, η οποία έχει ήδη οδηγήσει στην εγκατάσταση επενδυτικών σχημάτων στη χώρα. Τόνισε ότι η Ελλάδα αποτελεί πλέον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας, προβάλλοντας το φορολογικό καθεστώς, την ποιότητα ζωής και το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό ως βασικά πλεονεκτήματα.
Τέλος, σχετικά με την επικείμενη διαδικασία επιλογής για κορυφαίες ευρωπαϊκές θέσεις, συμπεριλαμβανομένης της ηγεσίας της ΕΚΤ, απέφυγε να τοποθετηθεί υπέρ συγκεκριμένου προσώπου, τονίζοντας ότι πρόκειται για «μια μεγάλη διαπραγμάτευση» και ότι η ελληνική πλευρά οφείλει να διατηρήσει ουδέτερη στάση λόγω του ρόλου της στη διαδικασία.