Ο υπουργός Υγείας δήλωσε ότι στόχος του είναι όχι μόνο η μείωση του clawback, αλλά και η διαμόρφωσή του σε ένα πιο δίκαιο σύστημα, μιλώντας στο 30ό ετήσιο συνέδριο του Economist στην Αθήνα.
Ο 'Αδωνις Γεωργιάδης υπενθύμισε ότι κατά την πρώτη του θητεία στο υπουργείο Υγείας καθιερώθηκε το clawback, «ένα σύστημα επιστροφής χρημάτων από τις φαρμακευτικές εταιρείες, το οποίο», όπως είπε, «θα υπάρχει όσο ανατέλλει ο ήλιος». Με τον τρόπο αυτό, ξεκαθάρισε ότι το σύστημα θα συνεχίσει να εφαρμόζεται, ωστόσο θα πρέπει να γίνει πιο βιώσιμο.
Ο υπουργός εξήγησε ότι για χρόνια ο προϋπολογισμός της υγείας παρέμενε σταθερός, ενώ πλέον διατίθενται περισσότερα κονδύλια για τα καινοτόμα φάρμακα. Τόνισε όμως ότι αυτά πρέπει να είναι ανταποδοτικά, καθώς αποτελούν μακροχρόνια επένδυση στην υγεία του πληθυσμού.
Αύξηση στη χρήση φαρμάκων υψηλού κόστους
Αναφερόμενος σε στοιχεία, ο υπουργός Υγείας σημείωσε ότι το 2024 φάρμακα υψηλού κόστους για τον καρκίνο χρησιμοποιούνταν από 11.000 Έλληνες, αριθμός που αυξήθηκε σε 23.000 το 2025, ενώ για το 2026 η εκτίμηση είναι 31.000 ασθενείς. «Αν αναλογιστούμε ότι τα ογκολογικά φάρμακα κοστίζουν τουλάχιστον 3.000 ευρώ το χρόνο για κάθε ασθενή στη χώρα μας, κατανοούμε το μέγεθος της δαπάνης», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο υπουργός τόνισε ότι παραμένει προτεραιότητα ο έλεγχος της υπερσυνταγογράφησης μέσω συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να αποτραπούν στρεβλώσεις και να εξοικονομηθούν πόροι. «Αρχίζουμε να βλέπουμε το κάθε φάρμακο που πληρώνουμε αν αξίζει το κόστος του», είπε, προσθέτοντας ότι στόχος είναι ένα πιο λειτουργικό και δίκαιο σύστημα.
Κλινικές δοκιμές και ψηφιοποίηση της υγείας
Ο υπουργός προανήγγειλε αλλαγές στη νομοθεσία για τις κλινικές δοκιμές φάσης Ι, επισημαίνοντας τη βελτίωση στην προσέλκυση κλινικών μελετών στη χώρα. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην ψηφιοποίηση του συστήματος υγείας, μέσω της οποίας συλλέγονται δεδομένα από 11 εκατομμύρια πολίτες καθημερινά, γεγονός που, όπως είπε, θα ενισχύσει περαιτέρω την ελκυστικότητα της Ελλάδας στον τομέα των κλινικών μελετών.
Οι προκλήσεις της φαρμακευτικής δαπάνης
Η Kavita Patel, διευθύνουσα σύμβουλος για την Ελλάδα και την Κύπρο της Roche Hellas, επισήμανε ότι η γήρανση του πληθυσμού ασκεί πίεση στα συστήματα υγείας διεθνώς, ενώ οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες επιβαρύνουν επιπλέον τους προϋπολογισμούς υγείας.
Η ίδια υπογράμμισε τη σημασία της πρώιμης διάγνωσης και της έγκαιρης θεραπείας, ώστε οι ασθενείς να μην αποτελούν βάρος για την κοινωνία και τους οικείους τους. Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη για διαρθρωτικές αλλαγές και αξιολόγηση της τεχνολογίας, ώστε να εξασφαλιστεί δίκαιη κατανομή των πόρων.
Όπως ανέφερε, ο στόχος πρέπει να είναι η πρόσβαση όλων των ασθενών στα καινοτόμα φάρμακα, με ταυτόχρονο έλεγχο της φαρμακευτικής δαπάνης. Επισήμανε ότι το 75% των επιστροφών δεν είναι βιώσιμο και υπογράμμισε την ανάγκη επείγουσας αναθεώρησης της φαρμακευτικής πολιτικής, θέτοντας το ερώτημα: «μπορείτε να φανταστείτε πού θα ήταν σήμερα η Ελλάδα, εάν οι ξένοι επενδυτές θα μπορούσαν να επενδύσουν στην φαρμακευτική έρευνα και τεχνολογία εδώ;»
Η συμβολή της έρευνας και της καινοτομίας
Ο Σωτήρης Βανδώρος, καθηγητής στο University College London και adjunct professor στο Harvard University, ανέδειξε τη σημασία αξιοποίησης των επιστημόνων στην Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι στόχος είναι να επιστρέψουν και να εργαστούν στην έρευνα και τεχνολογία της φαρμακοβιομηχανίας.
Αναφερόμενος στην αξιολόγηση των φαρμάκων, σημείωσε ότι είναι κρίσιμη διαδικασία, καθώς διασφαλίζει ότι οι ασθενείς λαμβάνουν τα φάρμακα που πραγματικά χρειάζονται, με σεβασμό στα χρήματα των φορολογουμένων. Τόνισε ότι η υπερσυνταγογράφηση πλήττει τόσο τους ασθενείς όσο και τους πολίτες και πρόσθεσε πως «η βιώσιμη υγεία μπορεί να υπάρξει μόνο εάν εκμεταλλευτούμε την τεχνητή νοημοσύνη και επενδύσουμε στην καινοτομία».
Κλείνοντας, υπογράμμισε τη σημασία των κλινικών δοκιμών στην Ελλάδα, χαρακτηρίζοντάς τις κομβικής σημασίας για το μέλλον του τομέα.