Στην πρώτη επίσημη επίσκεψη Έλληνα πρωθυπουργού στην Ισπανία μετά από 13 χρόνια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη συνάντηση του με τον Ισπανό ομόλογό του Π. Σάντσες, έστειλε σαφές μήνυμα υπέρ της ευρωπαϊκής ενότητας και της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ, τονίζοντας ότι Ελλάδα και Ισπανία, ως χώρες του Νότου, δεν αποτελούν πλέον τον «αδύναμο κρίκο» της Ευρώπης, αλλά πρωταγωνιστούν σε ρυθμούς ανάπτυξης με δημοσιονομική υπευθυνότητα.
Ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε την ανάγκη για έναν πιο φιλόδοξο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, που θα στηρίζει την κοινωνική συνοχή, την άμυνα και τις κοινές επενδύσεις, ενώ επανέλαβε τη θέση της Αθήνας υπέρ ενός ενιαίου ευρωπαϊκού χρηματοδοτικού εργαλείου για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η Ευρώπη οφείλει να υπερασπίζεται την εδαφική ακεραιότητα των κρατών-μελών της, σεβόμενη το Διεθνές Δίκαιο, σε μια έμμεση αλλά σαφή απάντηση στις δηλώσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία.
Αθήνα και Μαδρίτη εμφανίζονται ευθυγραμμισμένες σε κρίσιμα ζητήματα ευρωπαϊκής ασφάλειας, οικονομίας και μεταναστευτικής πολιτικής, διεκδικώντας ισχυρότερο ρόλο για τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών αποφάσεων.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων μετά τη συνάντησή του με τον Ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσες, έστειλε σαφή μηνύματα υπέρ της ευρωπαϊκής ενότητας, της προσήλωσης στο Διεθνές Δίκαιο και της ανάγκης ενίσχυσης του ρόλου των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου.
Ερωτηθείς για τις δηλώσεις του Ντ. Τραμπ σχετικά με τη Γροιλανδία, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι το μέλλον της αφορά αποκλειστικά τη Γροιλανδία και τη Δανία, υπογραμμίζοντας πως η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας όλων των κρατών-μελών της. Όπως σημείωσε, τα ζητήματα ασφάλειας στην Αρκτική είναι υπαρκτά και μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από αμοιβαία επωφελείς λύσεις, με τη συμμετοχή των ΗΠΑ, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, χωρίς όμως καμία παρέκκλιση από τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου.
Εξέφρασε, μάλιστα, την πεποίθηση ότι η Ευρώπη θα εμφανιστεί απολύτως ενωμένη στο συγκεκριμένο ζήτημα και ότι τελικά θα επικρατήσει η λογική, χωρίς να τεθεί σε αμφισβήτηση η αρχιτεκτονική ασφάλειας των ευρωατλαντικών σχέσεων.
Απαντώντας σε ερώτηση για τον ρόλο των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών πιέσεων, μεταναστευτικών ροών και οικονομικής αβεβαιότητας, ο κ. Μητσοτάκης επισήμανε ότι η εικόνα του Νότου ως «ασθενούς» της Ευρώπης ανήκει οριστικά στο παρελθόν.
Όπως ανέφερε, Ελλάδα και Ισπανία συγκαταλέγονται σήμερα στις χώρες με τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρώπη, επιτυγχάνοντας παράλληλα δημοσιονομική σταθερότητα, μείωση του χρέους και ευνοϊκούς όρους δανεισμού.
Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, αυτή η βελτιωμένη αξιοπιστία δίνει στις χώρες του Νότου ισχυρότερη φωνή στις κρίσιμες ευρωπαϊκές συζητήσεις, ιδίως ενόψει της διαμόρφωσης του επόμενου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου. Στο πλαίσιο αυτό, επανέλαβε τη στήριξη της Ελλάδας σε έναν πιο φιλόδοξο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και υπενθύμισε ότι η Αθήνα έχει ήδη προτείνει τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού χρηματοδοτικού εργαλείου για κοινές αμυντικές προμήθειες και για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Όπως τόνισε, η συζήτηση για τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης παραμένει ανοιχτή και καθίσταται ολοένα και πιο επίκαιρη, με χώρες όπως η Ελλάδα και η Ισπανία να μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή της.
Η δήλωση του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη
Αγαπητέ Pedro, κυρίες και κύριοι, με πολύ μεγάλη χαρά βρίσκομαι σήμερα στη Μαδρίτη, 13 χρόνια μετά την τελευταία επίσημη διμερή επίσκεψη Έλληνα Πρωθυπουργού στην Ισπανία.
Και η παρουσία μου εδώ, σε ένα από τα πρώτα μου ταξίδια για το νέο έτος, δηλώνει, όπως είπε και ο Pedro, τη βούληση να ενισχυθούν ακόμα περισσότερο οι ήδη πολύ ισχυρές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών μας.
Είναι σχέσεις οι οποίες έχουν και ευρωπαϊκό αλλά έχουν και μεσογειακό αποτύπωμα, είναι στηριγμένες σε κοινές εμπειρίες, αλλά και σε κοινές αντιλήψεις για το μέλλον της Ευρώπης.
Εξάλλου, η συνάντησή μας πραγματοποιείται σε μία περίοδο πρωτοφανούς διεθνούς αβεβαιότητας, γεωπολιτικών ανατροπών, εστιών κρίσεων, όχι μόνο στην ήπειρό μας αλλά και πέρα από αυτή. Η ατζέντα μας, λοιπόν, ήταν αναπόφευκτα μεγάλη και, θα έλεγα, με μία κρίσιμη θεματολογία.
Βρεθήκαμε και οι δύο στην τελευταία διάσκεψη στο Παρίσι, συζητήσαμε τα θέματα της Ουκρανίας. Ο πόλεμος εισέρχεται πια στο πέμπτο έτος του. Συζητήσαμε τις τελευταίες διπλωματικές εξελίξεις. Επαναλάβαμε τη διαρκή στήριξη του ουκρανικού λαού με διαφανή διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων. Κι αυτό γιατί πρόκειται για μια στήριξη που αφορά άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια συνολικά, αλλά και την ίδια την αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ενός γεωπολιτικού «παίκτη».
Στο ίδιο πλαίσιο αναφερθήκαμε και στη συμβολή της Ελλάδος, με τη συμμετοχή της σε μηχανισμούς στήριξης αλλά και την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Ουκρανίας μέσω του Κάθετου Διαδρόμου, τον οποίο δρομολογεί η πατρίδα μας.
Ανταλλάξαμε απόψεις για τις τρέχουσες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Παραμένουμε όλοι προσηλωμένοι στην ειρήνη, στη σταθερότητα σε αυτή την ευαίσθητη ζώνη. Στηρίζουμε την πλήρη εφαρμογή του σχεδίου ειρήνευσης, προσβλέπουμε στην ταχεία μετάβαση στη δεύτερη φάση και, ταυτόχρονα, θεωρούμε τον αφοπλισμό της Χαμάς ως αναγκαία προϋπόθεση για να υπάρξει μακροπρόθεσμη ασφάλεια, αλλά και για να δημιουργηθούν οι όροι να ανοικοδομηθεί η Γάζα.
Σε μια τέτοια προοπτική η Αθήνα, μια χώρα που είναι στρατηγικός εταίρος του Ισραήλ αλλά ταυτόχρονα φίλη των αραβικών χωρών, θα έλεγα προνομιακός συνομιλητής της Παλαιστινιακής Αρχής, είναι έτοιμη, όπως και η Ισπανία άλλωστε, να δώσει ενεργά το «παρών» στην επόμενη μέρα.
Και όπως τόνισα πρόσφατα, επισκεπτόμενος τη Ραμάλα και την Ιερουσαλήμ, η επανεκκίνηση της πολιτικής διαδικασίας με στόχο τη λύση των δύο κρατών, αποτελεί το κλειδί για τη διασφάλιση μιας βιώσιμης ειρήνης και μιας ομαλής ζωής στην περιοχή.
Εξάλλου, μόνο ένας σαφής και καθαρός πολιτικός ορίζοντας μπορεί να αποτρέψει νέους κύκλους βίας. Ενώ είναι και πάλι αυτός που έχει τη δύναμη να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να ακολουθήσουν οικονομικές και ενεργειακές συνεργασίες. Πρωτοβουλίες ευημερίας, δηλαδή, για όλους τους γειτονικούς λαούς.
Εξετάσαμε και τις τελευταίες εξελίξεις στη Βενεζουέλα, έχοντας την κοινή εκτίμηση ότι προτεραιότητα τώρα αποτελεί η αποκλιμάκωση της έντασης, η ομαλή μετάβαση σε μια νέα διακυβέρνηση με δημοκρατική νομιμοποίηση. Κι αυτό γιατί η αλλαγή προσώπων είναι αναγκαία, δεν είναι όμως ικανή συνθήκη για την αποκατάσταση της δημοκρατικής κανονικότητας. Αυτή απαιτεί να γίνει με μια συνολική και συντεταγμένη μετάβαση.
Η διεθνής κοινότητα, λοιπόν, οφείλει να κινηθεί με υπευθυνότητα και με ρεαλισμό, στηρίζοντας μια πολιτική διαδικασία η οποία βασίζεται στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και των αρχών του Διεθνούς Δικαίου.
Στο πνεύμα αυτό, η Ελλάδα θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα Ηνωμένα Έθνη, προκειμένου να συμβάλει εποικοδομητικά στη διαμόρφωση ενός κλίματος σταθερότητας και δημοκρατικής ομαλότητας στη Βενεζουέλα.
Μιλήσαμε, επίσης, για την ενδυνάμωση, όπως είπε και ο Pedro, της οικονομικής συνεργασίας. Ελλάδα και Ισπανία είναι δύο χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται και ανακάμπτουν δυναμικά ύστερα από μία μακρά περίοδο κρίσεων. Και μοιραζόμαστε την ίδια πεποίθηση ότι η ανάπτυξη πρέπει να είναι κοινωνικά δίκαιη και να μεταφράζεται σε απτά οφέλη για τους πολίτες.
Υπάρχουν πολλά περιθώρια, αγαπητέ Pedro, για μία ουσιαστική οικονομική συνεργασία σε πολλούς τομείς, για την ενίσχυση του διμερούς μας εμπορίου. Η Ελλάδα, άλλωστε, αποτελεί ένα σημείο αναφοράς στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ κομβική είναι και η παρουσία της Ισπανίας στον δυτικό πυλώνα της. Η γεωγραφική μας θέση, συνεπώς, προσφέρει και στα δύο κράτη ευκαιρίες για νέες επιχειρηματικές δράσεις.
Μας απασχόλησε και το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, δύσκολες διαπραγματεύσεις οι οποίες θα γίνουν τον επόμενο χρόνο. Νομίζω ότι είμαστε και οι δύο απολύτως προσηλωμένοι στη στήριξη των πολιτικών Συνοχής και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Είναι κεφάλαια τα οποία ενδιαφέρουν ειδικά τις χώρες του Νότου.
Όπως κοινές είναι και οι θέσεις Ελλάδος και Ισπανίας υπέρ των συμπερασμάτων που συμπεριλαμβάνονται στις εκθέσεις Draghi και Letta. Kι αυτό γιατί και οι δύο πλευρές υποστηρίζουν κοινές ευρωπαϊκές επενδύσεις σε περιοχές κοινού ενδιαφέροντος, με κοινή -θα το τονίσω- ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Συζητήσαμε για το μεταναστευτικό, για την εφαρμογή του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και για το Άσυλο, αλλά συζητήσαμε και για θέματα τα οποία αφορούν την καθημερινότητα των πολιτών μας.
Ξέρουμε, όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ότι το αυξημένο κόστος ζωής «πολιορκεί» πλέον όλες τις χώρες της Ευρώπης. Και είναι σαφές ότι οι ανατιμήσεις μετά την πανδημία, μετά τις διαδοχικές γεωπολιτικές κρίσεις, μαζί με το στεγαστικό, αποτελούν κοινές προκλήσεις και για την Ελλάδα και για την Ισπανία.
Γι’ αυτό, εκτός από την ανάγκη στοχευμένων εθνικών πολιτικών, είναι απαραίτητο να συζητήσουμε και για μία ισχυρότερη ευρωπαϊκή στήριξη, έτσι ώστε η ανάπτυξη να μην αφήνει κανέναν πίσω.
Τέλος, να ευχαριστήσω και πάλι τον Pedro για τα καλά του λόγια για την ελληνική συνεισφορά στην Ισπανία, στα πλαίσια των καταστροφικών πυρκαγιών που έπληξαν τη χώρα σας το περασμένο καλοκαίρι. Νομίζω ότι αυτή η στήριξη τονίζει, και με το παραπάνω, την ανάγκη να επενδύσουμε περισσότερο σε πολιτικές προσαρμογής στην κλιματική κρίση, κάτι το οποίο έχουμε συζητήσει πολλές φορές στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Έχει έρθει η ώρα, αγαπητέ Pedro, να το κάνουμε και πράξη μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις που θα πάρουμε.
Και πάλι, θέλω να σε ευχαριστήσω για την εξαιρετική φιλοξενία και προσβλέπω στη συνέχιση των συζητήσεών μας.