Η διατήρηση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων και της βασικής κατανάλωσης αποτελεί προτεραιότητα, καθώς η ενεργειακή πίεση απειλεί να προκαλέσει μόνιμες απώλειες στην αγορά. Σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωση, τα μέτρα επιδότησης ενέργειας που εφαρμόστηκαν τον Οκτώβριο παρατάθηκαν και για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου, ωστόσο το αυξημένο κόστος ενέργειας συνεχίζει να επιβαρύνει σημαντικά νοικοκυριά, επιχειρήσεις και την οικονομία συνολικά.
Οι ανατιμήσεις σε υγρά καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο έχουν οδηγήσει σε αυξημένα λειτουργικά κόστη για τις επιχειρήσεις και περιορισμό του διαθέσιμου εισοδήματος για τα νοικοκυριά. Ειδικά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες ανάγκες κεφαλαίου κίνησης, μειωμένα περιθώρια κέρδους και δυσκολίες στη διαμόρφωση των τιμών των προϊόντων ή υπηρεσιών τους.
Η εικόνα στην αγορά καυσίμων είναι χαρακτηριστική: η μέση τιμή λιανικής για αμόλυβδη βενζίνη και πετρέλαιο κίνησης διαμορφώνεται στα 2,14 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο θέρμανσης στα 1,57 ευρώ το λίτρο. Οι τιμές αυτές περιλαμβάνουν ΦΠΑ και κρατικές ή ιδιωτικές επιδοτήσεις, δείχνοντας το επίπεδο εκκίνησης της επιβάρυνσης για τον καταναλωτή.
Σε σύγκριση με τις τιμές αναφοράς του Φεβρουαρίου, η βενζίνη παρουσιάζει αύξηση 22%, το πετρέλαιο κίνησης 36% και το πετρέλαιο θέρμανσης περίπου 33%. Αυτό μεταφράζεται σε σημαντική πρόσθετη δαπάνη για κάθε χίλια λίτρα καυσίμων, επιβαρύνοντας τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις.
Εάν οι ποσότητες κατανάλωσης διατηρηθούν σταθερές, η συνολική αξία των τριών βασικών καυσίμων εκτιμάται ότι θα αυξηθεί ετησίως κατά 30-33%, φτάνοντας έως και τα 15,9 δισ. ευρώ το 2026. Η ακρίβεια απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, καθώς το σενάριο με τις τρέχουσες τιμές υπογραμμίζει την ένταση της πίεσης στην αγορά.
Ενέργεια και λειτουργικό κόστος
Ανησυχία προκαλούν και οι εξελίξεις στην αγορά ηλεκτρικού ρεύματος. Η ημερήσια χονδρεμπορική τιμή αυξήθηκε από 288 σε 312 ευρώ ανά Mwh στις αρχές Νοεμβρίου, με την τιμή να έχει τριπλασιαστεί σε σχέση με τον Οκτώβριο. Η τελική επιβάρυνση για επιχειρήσεις και καταναλωτές εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως το συμβόλαιο, τη μέση τιμή της περιόδου και τις ενισχύσεις που εφαρμόζονται.
Για παράδειγμα, ένα αρτοποιείο ή μια εμπορική αποθήκη με ψυκτική μονάδα επιβαρύνεται μηνιαίως με επιπλέον 2.000 ευρώ για κατανάλωση 10 Mwh, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια αντοχής, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με αυξημένα μεταφορικά και λειτουργικά έξοδα.
Στο φυσικό αέριο, οι τιμές στις αρχές Νοεμβρίου κυμαίνονται στα 100-104 ευρώ ανά Mwh. Με τιμή υπολογισμού τα 102 ευρώ, έναντι 32 ευρώ πέρυσι, η διαφορά φτάνει τα 70 ευρώ ανά Mwh, επιβαρύνοντας περαιτέρω το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.
Επιπτώσεις στην αγορά και προτάσεις στήριξης
Η αύξηση του ενεργειακού κόστους μεταφέρεται σταδιακά στην αγορά, αρχικά μέσω των δαπανών για μετακινήσεις, θέρμανση και λειτουργία εγκαταστάσεων, και στη συνέχεια μέσω της παραγωγής, αποθήκευσης και διανομής. Όταν οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος, αυτό μετακυλίεται στις τιμές, περιορίζοντας το κέρδος και τις επενδυτικές δυνατότητες.
Η σύνδεση ενέργειας και μεταφορών έχει κρίσιμη σημασία για την επιχειρηματικότητα. Εμπόριο, εφοδιαστική αλυσίδα, ναυτιλία και μεταποίηση εξαρτώνται από τις τιμές καυσίμων και ρεύματος, με άμεσες επιπτώσεις στο κόστος λειτουργίας.
Το ΕΒΕΠ προτείνει στοχευμένη αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, με προβλεψιμότητα στη στήριξη, διαφάνεια στις χρεώσεις και διευρυμένη πρόσβαση των μικρότερων επιχειρήσεων σε επιδοτήσεις εξοικονόμησης. Προτείνεται ενίσχυση του ανταγωνισμού, έλεγχος της μετακύλισης των ενισχύσεων και πρακτικές λύσεις για αποδοτικότερο εξοπλισμό και αυτοπαραγωγή ενέργειας.
Η ενεργειακή αναβάθμιση απαιτεί αρχικό κεφάλαιο, το οποίο συχνά απουσιάζει από τις επιχειρήσεις που δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση. Η προστασία της παραγωγικής βάσης πρέπει να συνδεθεί με μετρήσιμη μείωση του ενεργειακού κόστους και ανταποδοτικές επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εντός της επόμενης τριετίας.
Η διάρκεια των υψηλών τιμών θα καθορίσει το τελικό οικονομικό αποτύπωμα. Μια προσωρινή έξαρση αντιμετωπίζεται διαφορετικά από μια παρατεταμένη επιβάρυνση που εξαντλεί τα αποθέματα ρευστότητας. Ο Νοέμβριος αναδεικνύει την ανάγκη για έγκαιρες αποφάσεις, αξιόπιστα δεδομένα και συντονισμένη ευρωπαϊκή δράση, με στόχο τη διατήρηση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων και της βασικής κατανάλωσης, πριν η ενεργειακή πίεση δημιουργήσει μόνιμες απώλειες στην αγορά.