Σημαντικό οικονομικό όφελος για τους καταναλωτές ρεύματος, που εκτιμάται μεταξύ 123 και 138 εκατ. ευρώ ετησίως, αναμένεται να επιφέρει η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου, σύμφωνα με μελέτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το μεγαλύτερο μέρος του οφέλους αφορά τους Κύπριους καταναλωτές, ενώ για την Ελλάδα η επίπτωση χαρακτηρίζεται ως αμελητέα.
Η μελέτη, την οποία παρουσίασε ο δρ. Παντελής Μπίσκας στο συνέδριο του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, δείχνει πως το όφελος για τους καταναλωτές στην Κύπρο κυμαίνεται από 123 έως 126 εκατ. ευρώ, ενώ στην Ελλάδα διαμορφώνεται μεταξύ 5 και 14 εκατ. ευρώ. Υπάρχει και σενάριο όπου οι Έλληνες καταναλωτές ενδέχεται να επιβαρυνθούν κατά 4 εκατ. ευρώ ετησίως.
Στελέχη του ΑΔΜΗΕ σημειώνουν πως η δική τους μελέτη κόστους-οφέλους καταλήγει σε ακόμη πιο θετικά συμπεράσματα για τους Έλληνες καταναλωτές. Πέρα από το οικονομικό σκέλος, η διασύνδεση συμβάλλει στη μεγιστοποίηση της αξιοποίησης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην Κύπρο, στον περιορισμό των περικοπών πράσινης ενέργειας και στον τερματισμό της ενεργειακής απομόνωσης της χώρας.
Ο γενικός διευθυντής Ρυθμιστικής Πολιτικής του ΑΔΜΗΕ, Νίκος Μπουλαξής, επισήμανε ότι ο Διαχειριστής εκπόνησε μελέτη κόστους-οφέλους κατά την ανάληψη του έργου και επανέλαβε τη διαδικασία για την κατανομή του κόστους μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ. «Το τελικό αποτέλεσμα βρίσκεται στην ίδια γραμμή με τη μελέτη του ΑΠΘ. Τα οφέλη της διασύνδεσης είναι σημαντικά», ανέφερε χαρακτηριστικά. Υπογράμμισε επίσης ότι με την εισαγωγή του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή της Κύπρου, η διασύνδεση καθίσταται ακόμη πιο οικονομική για τους καταναλωτές.
Αναφερόμενος στις διασυνδέσεις των νησιών που υλοποιεί ο ΑΔΜΗΕ, ο κ. Μπουλαξής τόνισε πως με τα έως τώρα έργα, όπως οι διασυνδέσεις των Κυκλάδων και της Κρήτης, αποφεύχθηκε αύξηση έως και 40% στις χρεώσεις για Υπηρεσίες Κοινωνικής Ωφέλειας (ΥΚΩ). Χωρίς τις διασυνδέσεις, το σχετικό κονδύλι θα είχε ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ. Με τις νέες διασυνδέσεις που σχεδιάζονται και τη μείωση των ΥΚΩ κατά 50% από 1ης Ιανουαρίου, δημιουργούνται προϋποθέσεις για περαιτέρω ελάφρυνση των καταναλωτών.