Σύμφωνα με ανάλυση του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης DBRS, οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν ισχυρά κεφαλαιακά «μαξιλάρια», παρά την αυξημένη διανομή μερισμάτων και τις εξαγορές που πραγματοποίησαν. Η ανάλυση βασίζεται σε στοιχεία από 40 ευρωπαϊκές τράπεζες.
Στο τέλος Ιουνίου 2026, ο βασικός κεφαλαιακός δείκτης (CET1) των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών -Εθνικής Τράπεζας, Τράπεζας Πειραιώς, Eurobank και Alpha Bank- διαμορφώθηκε στο 14,9%. Ο δείκτης αυτός ήταν κατά 470 μονάδες βάσης υψηλότερος από τον απαιτούμενο εποπτικά δείκτη. Ο μέσος δείκτης CET1 των 40 ευρωπαϊκών τραπεζών διαμορφώθηκε άνω του 15%, αν και ελαφρώς χαμηλότερος σε σχέση με το τέλος του 2025, με το κεφαλαιακό μαξιλάρι να ανέρχεται σε περίπου 450 μονάδες βάσης.
Ο DBRS επισημαίνει ότι τα κεφαλαιακά μαξιλάρια των ελληνικών και ιταλικών τραπεζών μειώθηκαν τους τελευταίους 12-18 μήνες, καθώς οι μεγαλύτερες διανομές μερισμάτων και εξαγορές αντιστάθμισαν την ισχυρή δημιουργία κερδών. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΚΤ, οι εποπτικές κεφαλαιακές απαιτήσεις του Πυλώνα 2 μειώθηκαν το 2026 σε σχέση με το 2025 σε επτά χώρες, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ελλάδα και τη Γερμανία.
Όπως αναφέρει ο οίκος, «Τα μεγάλα μαξιλάρια των ευρωπαϊκών τραπεζών αναφορικά με τον CET1 παρέχουν σημαντική δυνατότητα απορρόφησης ζημιών, αν και οι κεφαλαιακοί δείκτες αναμένεται να εξομαλυνθούν σταδιακά… Η ανθεκτική κερδοφορία αναμένεται να στηρίξει την κεφαλαιοποίηση, αλλά οι διανομές μερισμάτων πιθανόν να αντιμετωπίσουν περιορισμούς από την αύξηση των δανείων, υψηλότερες εποπτικές απαιτήσεις και τις ανάγκες για εξαγορές και συγχωνεύσεις».
Οι ελληνικές τράπεζες αύξησαν το ενεργητικό τους (Risk Weighted Assets, RWA) κατά 18% από το τέλος του 2022 έως τον Ιούνιο του 2026, κυρίως λόγω της ισχυρής αύξησης δανείων και των εξαγορών. Η αύξηση αυτή ήταν η μεγαλύτερη μεταξύ των τραπεζών του δείγματος, όπου ο μέσος όρος διαμορφώθηκε στο 10% για την ίδια περίοδο.
Η ισχυρή κεφαλαιοποίηση και η κερδοφορία συνέχισαν να ενισχύουν την ανταμοιβή των μετόχων. Οι τράπεζες του δείγματος που εξέτασε ο DBRS διένειμαν συνολικά 81 δισ. ευρώ από τα κέρδη του 2025, ποσό αυξημένο κατά 8% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και κατά 28% σε σχέση με το 2023.
Η μεγαλύτερη αύξηση μερισμάτων καταγράφηκε στις γερμανικές (42%), τις ελληνικές (36%) και τις ιταλικές (37%) τράπεζες. Ο DBRS εκτιμά ότι οι διανομές θα παραμείνουν υψηλές τα επόμενα χρόνια, αν και η περαιτέρω αύξησή τους αναμένεται να μετριαστεί λόγω της εξομάλυνσης της κερδοφορίας και της επίτευξης εσωτερικών κεφαλαιακών στόχων, παράλληλα με την υλοποίηση εξαγορών και συγχωνεύσεων και την προσαρμογή στο νέο πλαίσιο κεφαλαίων CRR3.