Παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις πληθωριστικές πιέσεις, ο ελληνικός επιχειρηματικός τομέας διατηρεί την ανοδική του πορεία, ακολουθώντας ρυθμούς αντίστοιχους με εκείνους της Ευρώπης.
Ωστόσο, πίσω από τη συνολική εικόνα ξεχωρίζει η βιομηχανία, η οποία αποτελεί τον μοναδικό ευρύ κλάδο της ελληνικής οικονομίας που έχει ξεπεράσει τα προ κρίσης επίπεδα παραγωγής και επενδύσεων. Το επόμενο στοίχημα είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας και η αξιοποίηση της τεχνολογίας, ώστε να περιοριστεί η απόσταση από τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές.
Αυτά προκύπτουν από τη νέα μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, στο πλαίσιο της σειράς «Τάσεις του Επιχειρείν», η οποία εξετάζει τις μακροπρόθεσμες επιδόσεις των ελληνικών επιχειρήσεων και τις προοπτικές τους.
Σε θετική τροχιά έμειναν οι πωλήσεις του επιχειρηματικού τομέα το 1ο εξάμηνο του 2026, σημειώνοντας άνοδο της τάξης του 1% σε αποπληθωρισμένους όρους, αν και με ασθενέστερη δυναμική συγκριτικά με το προηγούμενο εξάμηνο (+2,8%). Παρά την επιβράδυνση, σε περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας και πληθωριστικής πίεσης, το ελληνικό επιχειρείν διατήρησε μερίδιο 1,1% στην ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία.
Ενθαρρυντικές είναι οι πρώτες ενδείξεις για το 3ο τρίμηνο με την ανοδική τάση να επιταχύνει σε ρυθμούς της τάξης το 2-3%. Σε κλαδικό επίπεδο, στην τρέχουσα συγκυρία ξεχωρίζουν οι κατασκευές (+10%) και το ICT (+8%), συμβαδίζοντας με τη συνεχιζόμενη προσπάθεια επενδυτικής και ψηφιακής αναβάθμισης της οικονομίας με τη στήριξη των ευρωπαϊκών πόρων. Πέρα από τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις, ωστόσο, η σύγκριση με την Ευρώπη αναδεικνύει τη βιομηχανία ως διαχρονικό στήριγμα του ελληνικού επιχειρηματικού τομέα.
Συγκεκριμένα:
- Ανάκτηση παραγωγής, επενδύσεων και ευρωπαϊκής θέσης: Η βιομηχανία είναι ο μόνος ευρύς κλάδος που σήμερα παράγει και επενδύει σε επίπεδα υψηλότερα από τα προ κρίσης (κατά περίπου 10-15% έναντι 2008). Μάλιστα έχει καταφέρει να ακολουθήσει παρόμοια πορεία με την Ευρώπη, ανακτώντας το προ κρίσης μερίδιο της τάξης του 1% της ευρωπαϊκής βιομηχανίας (σε όρους αποπληθωρισμένης προστιθέμενης αξίας), ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του λοιπού επιχειρηματικού τομέα παραμένει περίπου 40% χαμηλότερα από το 2008. Στήριγμα αυτής της πορείας αποτελεί η εξωστρέφεια, με τις εξαγωγές να καλύπτουν τα ¾ της ανόδου των πωλήσεων το 1ο εξάμηνο του 2026 (και σχεδόν το ½ αυτής την τελευταία δεκαετία).
- Σύγκλιση στην απόδοση κεφαλαίου: Η άνω πρόοδος αποτυπώνεται και στη λειτουργική απόδοση ενεργητικού (ROA) των επιχειρήσεων του κλάδου, η οποία έχει πλέον συγκλίνει στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (της τάξης του 10%), κλείνοντας το κενό 3,5 ποσοστιαίων μονάδων της προηγούμενης δεκαετίας. Στη βελτίωση συνέβαλε η άνοδος της παραγωγικότητας εργασίας κατά περίπου 25% την τελευταία δεκαετία (έναντι υποχώρησης 3% στον λοιπό επιχειρηματικό τομέα). Η αναμφίβολα καλή επίδοση της ελληνικής βιομηχανίας είναι σημαντικό να λειτουργήσει ως καύσιμο για να εντείνει το βηματισμό της, καθώς έχει ακόμα σημαντικό δρόμο να διανύσει για να προσεγγίσει συνολικά τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Συγκεκριμένα, η παραγωγικότητα εργασίας, παρά την άνοδο, μόλις υπερβαίνει το μισό του ευρωπαϊκού επιπέδου (υστέρηση της τάξης του 45%, έναντι 51% την προηγούμενη δεκαετία). Μάλιστα, σχεδόν το μισό του κενού αυτού παραμένει ακόμη και μετά την προσαρμογή για τη διαφορετική διάρθρωση ανά κλάδο και μέγεθος. Συνεπώς, η υψηλή παρουσία μικρών επιχειρήσεων και η χαμηλή συμμετοχή κλάδων υψηλής εξηγούν μέρος της υστέρησης, αλλά όχι το σύνολό της. Το επόμενο βήμα λοιπόν για την ελληνική βιομηχανία είναι να μετατρέψει τη βελτιωμένη κερδοφορία της σε επενδύσεις που θα διευρύνουν και θα αναβαθμίσουν την παραγωγική βάση. Παρά την ανάκαμψη των επενδύσεων, η επενδυτική ένταση παραμένει χαμηλότερη από την ευρωπαϊκή, στο 18% της προστιθέμενης αξίας του κλάδου έναντι 23% στην Ευρώπη.
Παράλληλα με την αύξηση του ύψους τους, κρίσιμη είναι η κατεύθυνση των επενδύσεων σε πεδία όπου η ελληνική βιομηχανία σημειώνει υστέρηση εύρους 40-60% έναντι της Ευρώπης:
- Αυτοματοποίηση και αξιοποίηση δεδομένων: ενίσχυση της χρήσης ρομπότ στην παραγωγή (10% των επιχειρήσεων έναντι 16% στην ΕΕ) και της οργάνωσης των επιχειρησιακών δεδομένων.
- Κατάρτιση εργαζομένων: ανάπτυξη ψηφιακών και γενικών δεξιοτήτων (19% των εργαζομένων έναντι 46% στην ΕΕ), που απαιτεί η αναβάθμιση της παραγωγής.
- Αποτελεσματικότητα διαδικασιών: καλύτερη ενοποίηση εσωτερικών συστημάτων, όπως ERP και CRM, και ψηφιοποίηση συναλλαγών με πελάτες και προμηθευτές. Κομβικός για τον άνω μετασχηματισμό είναι ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ), καθώς εκτιμάται ότι θα ενισχύσει σημαντικά την παραγωγικότητα (+0,6-0,9 π.μ. ετησίως στην ΕΕ την επόμενη δεκαετία).
Ωστόσο, η εκθετική της δυναμική παράλληλα αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο διεύρυνσης των αποκλίσεων μεταξύ των χωρών, προσδίδοντας χαρακτήρα επείγοντος στην προσπάθεια η ελληνική βιομηχανία να διανύσει την απόσταση που την χωρίζει από τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές (χρήση ΑΙ από 8% των επιχειρήσεων, έναντι 17% στην ΕΕ).