Τις προϋποθέσεις που πρέπει να διέπουν τη σύνδεση και ηλεκτροδότηση των data centers στο ηλεκτρικό σύστημα της χώρας θέτει η ΕΒΙΚΕΝ, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τη βελτίωση του σχεδιασμού της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Η Ένωση ζητά την κάλυψη της κατανάλωσής τους από νέα παραγωγή ΑΠΕ, την πραγματική αντιστοίχιση παραγωγής και κατανάλωσης, την πλήρη ανάληψη του κόστους σύνδεσης και ενίσχυσης των δικτύων από τους επενδυτές, καθώς και τη διασφάλιση ότι η ανάπτυξή τους δεν θα επιβαρύνει τους υφιστάμενους καταναλωτές και, ιδίως, την ελληνική βιομηχανία.
Ακολουθεί το κείμενο της παρέμβασης της ΕΒΙΚΕΝ στη δημόσια διαβούλευση:
«Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,
Η ΕΒΙΚΕΝ αναγνωρίζει τη σημασία των επενδύσεων σε Κέντρα Δεδομένων και τη συμβολή τους στον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας.
Ωστόσο, η ανάπτυξη φορτίων ιδιαίτερα υψηλής, συνεχούς και μη διακόψιμης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορεί να πραγματοποιείται κατά τρόπο που μεταφέρει κόστος, κινδύνους επάρκειας ή περιορισμούς δυναμικότητας του Συστήματος και των Δικτύων στους υφιστάμενους καταναλωτές και ιδίως στη βιομηχανία.
Επίσης όταν η ανάπτυξη των Κέντρων Δεδομένων δεν προσφέρει τίποτα ουσιαστικό στην πράσινη μετάβαση, όπως θα αναλύσουμε παρακάτω.
Τα Κέντρα Δεδομένων αποτελούν φορτία βάσης 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, 365 ημέρες τον χρόνο. Ένα μόνο Κέντρο Δεδομένων ισχύος 200 MW αντιστοιχεί σε ετήσια κατανάλωση περίπου 1,75 TWh, καθιστάμενο έναν από τους μεγαλύτερους μεμονωμένους καταναλωτές της χώρας.
Ως εκ τούτου, η σύνδεσή τους πρέπει να διέπεται από αυστηρές αρχές διαφάνειας, ενεργειακής ουδετερότητας και πλήρους ανάληψης του κόστους που προκαλούν στο ηλεκτρικό σύστημα, αλλά και αποδεδειγμένης μείωσης του ανθρακικού αποτυπώματος της χώρας.
1. Πλήρης κάλυψη του φορτίου από νέα παραγωγή και χρονική αντιστοίχιση
Η απαίτηση κάλυψης μόνο του 60% της ετήσιας κατανάλωσης από ΑΠΕ δεν επαρκεί για να διασφαλίσει ότι η λειτουργία των Κέντρων Δεδομένων δεν επιβαρύνει το ηλεκτρικό σύστημα.
Η ΕΒΙΚΕΝ θεωρεί ότι η σύνδεση νέων φορτίων τέτοιου μεγέθους πρέπει να προϋποθέτει:
- κάλυψη του συνόλου της κατανάλωσης μέσω νέας παραγωγικής δυναμικότητας,
- ανάπτυξη νέων έργων ΑΠΕ και αποθήκευσης που προστίθενται στο σύστημα λόγω του συγκεκριμένου φορτίου,
- τεκμηριωμένη χρονική αντιστοίχιση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης και όχι απλά ετήσιας παραγωγής από ΑΠΕ.
Η αξιολόγηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε ετήσιο ισοζύγιο MWh. Ένα Κέντρο Δεδομένων λειτουργεί συνεχώς και συνεπώς πρέπει να αποδεικνύεται ότι η ενέργεια που επικαλείται είναι διαθέσιμη κατά τις ίδιες χρονικές περιόδους κατά τις οποίες καταναλώνεται.
Διαφορετικά, το φορτίο εξακολουθεί να στηρίζεται στο σύστημα παραγωγής, στις εφεδρείες και στις διασυνδέσεις της χώρας κατά τις ώρες χαμηλής παραγωγής ΑΠΕ, ενώ η υποχρέωση περιορίζεται σε λογιστική αντιστάθμιση ετήσιας βάσης.
2. Τα χρηματοοικονομικά CfD/Virtual PPAs δεν εξασφαλίζουν πραγματική αντιστοίχιση παραγωγής και κατανάλωσης
Η δυνατότητα συμμόρφωσης μέσω συμβάσεων με χρηματοοικονομική διευθέτηση (CfD ή Virtual PPA) δημιουργεί σοβαρά ζητήματα διαφάνειας και ελέγχου.
Τα χρηματοοικονομικά PPAs:
- δεν συνεπάγονται φυσική παράδοση ηλεκτρικής ενέργειας,
- δεν δεσμεύουν συγκεκριμένες μονάδες παραγωγής υπέρ συγκεκριμένου καταναλωτή,
- δεν επιτρέπουν την ταυτοποίηση του ποια παραγωγή εξυπηρετεί ποιο φορτίο,
- δεν εξασφαλίζουν χρονική σύμπτωση παραγωγής και κατανάλωσης.
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι συγκεκριμένο Κέντρο Δεδομένων τροφοδοτείται από συγκεκριμένες μονάδες ΑΠΕ.
Η αναφορά της διάταξης σε «πραγματική παραγωγή» και «πραγματική κατανάλωση κατά το ίδιο χρονικό διάστημα» προϋποθέτει δυνατότητα φυσικής και χρονικής ιχνηλασιμότητας. Η δυνατότητα αυτή δεν εξασφαλίζεται μέσω καθαρά χρηματοοικονομικών συμβάσεων.
Επιπλέον, όταν χρησιμοποιούνται γενικά χαρτοφυλάκια ΑΠΕ μεγάλων καθετοποιημένων επιχειρήσεων ή ΦΟΣΕ, δεν είναι σαφές:
- ποιες ακριβώς μονάδες αντιστοιχίζονται σε κάθε Κέντρο Δεδομένων,
- σε ποιο βαθμό η ίδια παραγωγή χρησιμοποιείται για περισσότερες συμβάσεις,
- ποια είναι η πραγματική συμμετοχή συγκεκριμένων έργων στην κάλυψη του φορτίου.
Η προσέγγιση αυτή δεν διασφαλίζει ουσιαστική σύνδεση μεταξύ νέας ζήτησης και νέας παραγωγής.
3. Υποχρέωση φυσικής παράδοσης και πλήρους ιχνηλασιμότητας
Η ΕΒΙΚΕΝ θεωρεί ότι η συμμόρφωση πρέπει να αποδεικνύεται αποκλειστικά μέσω:
- απευθείας σύνδεσης με έργα παραγωγής,
- ή συμβάσεων φυσικής παράδοσης (Physical PPAs).
Η παραγωγή πρέπει να δηλώνεται από τον παραγωγό ή τον ΦΟΣΕ σε κάθε περίοδο εκκαθάρισης και να είναι ελέγξιμη από τους Διαχειριστές και τη ΡΑΑΕΥ.
Ειδικότερα, θα πρέπει να είναι γνωστό:
- ποια μονάδα παραγωγής αντιστοιχεί σε κάθε Κέντρο Δεδομένων,
- ποια ενέργεια παρέχει,
- μέσω ποιας σύμβασης,
- σε ποιον προμηθευτή παραδίδεται,
- και ποιο φορτίο εξυπηρετεί.
Η αντιστοίχιση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται τουλάχιστον ανά περίοδο εκκαθάρισης δεκαπενταλέπτου και να μπορεί να επαληθεύεται εκ των υστέρων από τις αρμόδιες αρχές.
Μόνον έτσι διασφαλίζεται πραγματική διαφάνεια και αποδεικνύεται αν πράγματι η κατανάλωση του Κέντρου Δεδομένων στηρίζεται σε συγκεκριμένη παραγωγή ΑΠΕ.
4. Πλήρης ανάληψη του κόστους σύνδεσης και ενίσχυσης δικτύων
Τα Κέντρα Δεδομένων πρέπει να αναλαμβάνουν πλήρως:
- το κόστος σύνδεσης,
- το κόστος νέων υποσταθμών,
- το κόστος επέκτασης ή ενίσχυσης των δικτύων μεταφοράς και διανομής,
- κάθε πρόσθετη επένδυση που καθίσταται αναγκαία λόγω της σύνδεσής τους.
Ουδεμία δαπάνη που προκαλείται αποκλειστικά από την εγκατάσταση νέων φορτίων μεγάλης κλίμακας πρέπει να κοινωνικοποιείται μέσω των ρυθμιζόμενων χρεώσεων.
5. Απαγόρευση προνομιακής μεταχείρισης
Δεν πρέπει να παρέχεται οποιαδήποτε προτεραιότητα ή προνομιακή μεταχείριση των Κέντρων Δεδομένων έναντι υφιστάμενων βιομηχανικών καταναλωτών.
Ειδικότερα:
- δεν πρέπει να προηγούνται στη διάθεση ηλεκτρικού χώρου,
- δεν πρέπει να αποκτούν προνομιακή πρόσβαση σε διαθέσιμη ισχύ,
- δεν πρέπει να επωφελούνται από καθεστώτα που δεν είναι διαθέσιμα στην εγχώρια μεταποίηση.
Η ανάπτυξη νέων ψηφιακών δραστηριοτήτων δεν μπορεί να πραγματοποιείται σε βάρος υφιστάμενων παραγωγικών δραστηριοτήτων.
6. Ρήτρα μη επιβάρυνσης των λοιπών καταναλωτών
Πρέπει να προβλεφθεί ρητώς ότι:
Η ανάπτυξη, σύνδεση και λειτουργία Κέντρων Δεδομένων δεν επιτρέπεται να επιφέρει οποιαδήποτε αύξηση των χρεώσεων χρήσης συστήματος, χρήσης δικτύου ή οποιασδήποτε άλλης ρυθμιζόμενης χρέωσης που βαρύνει τους λοιπούς καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας.
Το κόστος επάρκειας, ευελιξίας, εφεδρειών και δικτυακών επενδύσεων που προκαλείται από τα εν λόγω φορτία πρέπει να βαρύνει αποκλειστικά τους επενδυτές που το δημιουργούν.
7. Υποχρεωτική μελέτη επιπτώσεων πριν από κάθε σύνδεση
Η χορήγηση όρων σύνδεσης πρέπει να προϋποθέτει ειδική μελέτη επιπτώσεων από τον ΑΔΜΗΕ και, όπου απαιτείται, από τον ΔΕΔΔΗΕ, η οποία θα αξιολογεί:
- τις επιπτώσεις στην επάρκεια ισχύος,
- τις απαιτήσεις νέων επενδύσεων δικτύου,
- τις επιπτώσεις στην ασφάλεια εφοδιασμού,
- τις επιπτώσεις στις εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας,
- τις επιπτώσεις στις χρεώσεις χρήσης συστήματος και δικτύου,
- τις επιπτώσεις στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και στην ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.
Η δημοσιοποίηση της σχετικής αξιολόγησης πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση της αδειοδοτικής διαδικασίας.
8. Διασφάλιση επάρκειας ισχύος
Η αξιολόγηση των Κέντρων Δεδομένων δεν πρέπει να περιορίζεται στις MWh αλλά να περιλαμβάνει και τη διαθεσιμότητα ισχύος (MW).
Πρέπει να αποδεικνύεται εκ των προτέρων:
- πώς καλύπτεται το φορτίο κατά τις περιόδους χαμηλής παραγωγής ΑΠΕ,
- ποια εφεδρική ισχύς είναι διαθέσιμη,
- ποιος αναλαμβάνει το σχετικό κόστος,
και ότι η λειτουργία των Κέντρων Δεδομένων δεν αυξάνει τις ανάγκες επάρκειας του συστήματος σε βάρος των λοιπών καταναλωτών.
Συμπέρασμα
Η ΕΒΙΚΕΝ θεωρεί ότι η σύνδεση Κέντρων Δεδομένων τόσο μεγάλης κλίμακας μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο υπό την προϋπόθεση ότι:
(α) η ζήτηση τους καλύπτεται από νέα παραγωγική δυναμικότητα με πραγματική χρονική αντιστοίχιση,
(β) η συμμόρφωση αποδεικνύεται μέσω φυσικής παράδοσης και πλήρους ιχνηλασιμότητας και όχι μέσω απλών χρηματοοικονομικών συμβάσεων,
(γ) αναλαμβάνουν πλήρως το κόστος που προκαλούν στο Σύστημα και στα Δίκτυα,
και (δ) δεν επιβαρύνουν, άμεσα ή έμμεσα, τους υφιστάμενους καταναλωτές και ιδίως την ελληνική βιομηχανία».