Σε εξέλιξη βρίσκεται η συγκομιδή κάστανου στην Ελλάδα, με τα πρώτα στοιχεία να δείχνουν σταθερή έως ελαφρώς αυξημένη παραγωγή για το 2024. Παρά τη βελτίωση της ποιότητας, οι υψηλές θερμοκρασίες, η έλλειψη υγρασίας και το αυξημένο κόστος καλλιέργειας δημιουργούν ανησυχία στους παραγωγούς, που εξαρτώνται οικονομικά από το προϊόν.
Στη Μελιβοία, η παραγωγή αναμένεται να ξεπεράσει τους 1.500 τόνους, παρουσιάζοντας μικρή αύξηση σε σχέση με πέρυσι, σύμφωνα με τον καστανοπαραγωγό και πρώην πρόεδρο της Μελιβοίας, Θανάση Μπελιά. Για το σύνολο του Δήμου Αγιάς, η εκτίμηση φτάνει τους 3.000 τόνους. Ο ίδιος επισημαίνει ότι η ποσότητα είναι «λίγο παραπάνω από πέρυσι», ενώ τα πολύ μεγάλα κάστανα της περιοχής διατίθενται στην αγορά από 6,30 έως 6,70 ευρώ το κιλό. Οι μικρότερες κατηγορίες κυμαίνονται από 2 έως 3 ευρώ το κιλό.
Η ποιότητα του προϊόντος στη Μελιβοία εμφανίζεται βελτιωμένη, κυρίως λόγω των εντατικών ψεκασμών και της σωστής καλλιεργητικής φροντίδας, που συνέβαλαν στην αντιμετώπιση του μύκητα που είχε πλήξει τις προηγούμενες χρονιές. Η παραγωγή προορίζεται τόσο για το εξωτερικό, με βασικούς προορισμούς την Αγγλία, την Ισπανία και τα Βαλκάνια, όσο και για την εγχώρια αγορά.
Στο Πάικο, οι εκτιμήσεις μέχρι στιγμής δείχνουν παραγωγή μεταξύ 1.000 και 1.200 τόνων, εφόσον ο καιρός επιτρέψει την ολοκλήρωση της συγκομιδής. Η πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Καστανοπαραγωγών Πάικου, Φωτεινή Βαΐρλη, αναφέρει ότι έχει ήδη συγκεντρωθεί το 30% της παραγωγής, ενώ το κύριο ζητούμενο παραμένει η υγρασία. Όπως σημειώνει, αν δεν υπάρξουν βροχές ή ομίχλη το επόμενο διάστημα, «τα κάστανα θα ξεραθούν επάνω στα δένδρα», γεγονός που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τον συνολικό όγκο της σοδειάς.
Η τελική καθαρή τιμή για τα μέλη του συνεταιρισμού θα διαμορφωθεί μετά την ολοκλήρωση των πωλήσεων και τον υπολογισμό των εξόδων. Οι τιμές διάθεσης παραμένουν στα περσινά επίπεδα, με διαφοροποιήσεις ανά μέγεθος, ενώ η απώλεια βάρους των καρπών επηρεάζει την κατάταξή τους, κυρίως στη μεσαία κατηγορία.
Η κ. Βαΐρλη τονίζει πως «ο συνεταιρισμός δεν έχει γίνει για να βγάλει κέρδος, είναι για να παλέψει τη μεγαλύτερη δυνατή τιμή για τον παραγωγό». Η τελική τιμή για τον καταναλωτή δεν μπορεί να εκτιμηθεί ακόμη, καθώς μεσολαβούν και άλλα στάδια εμπορίας. Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Καστανοπαραγωγών Πάικου αριθμεί 29 μέλη και διακινεί περίπου 250-260 τόνους ετησίως, με το 90% να εξάγεται και το υπόλοιπο να διατίθεται στην ελληνική αγορά.
Παραγωγή και εξαγωγές σε εθνικό επίπεδο
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, η συνολική παραγωγή κάστανου στην Ελλάδα ανήλθε σε 40.100 τόνους, αυξημένη κατά 0,7% σε σχέση με το 2023. Το 2022 η παραγωγή είχε φτάσει τους 38.200 τόνους, καταγράφοντας μια ήπια ανοδική πορεία τα τελευταία τρία χρόνια.
Στον τομέα του εμπορίου, η Ελλάδα εξήγαγε το 2024 περίπου 2.212 τόνους νωπών ή αποξηραμένων κάστανων, αξίας 6,96 εκατ. δολαρίων, με βασικούς προορισμούς την Ιταλία και τη Γερμανία.
Κόστος παραγωγής και προοπτικές
Η διατήρηση των τιμών στα περσινά επίπεδα, τη στιγμή που τα έξοδα αυξάνονται, αποτελεί βασική ανησυχία για τους παραγωγούς του Πάικου. Όπως αναφέρει η κ. Βαΐρλη, «τα έξοδα δεν έχουν μείνει στα περσινά επίπεδα και έχουν αυξηθεί σημαντικά», γεγονός που εκτιμά πως θα περιορίσει το καθαρό εισόδημα των παραγωγών.
Ένα σημαντικό στοιχείο διαφοροποίησης μεταξύ Μελιβοίας και Πάικου αφορά την εμφάνιση του μύκητα. Στη Μελιβοία, η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί συνεχή προσπάθεια, ενώ στο Πάικο, σύμφωνα με την πρόεδρο του συνεταιρισμού, ο μύκητας δεν έχει παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια. «Είμαστε από τις λίγες περιοχές που μπορούν να το λένε αυτό», σημειώνει, τονίζοντας την άριστη ποιότητα του τοπικού κάστανου.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν και οι δύο πλευρές, η ποιότητα δεν αρκεί για να διατηρήσει τους καλλιεργητές στα χωράφια. Παρά το ενδιαφέρον της νέας γενιάς για τη συνέχιση της καστανοπαραγωγής, οι δυσκολίες αυξάνονται, ειδικά λόγω της αβεβαιότητας που προκαλεί ο καιρός. «Δεν ξέρουμε κατά πόσο τα παιδιά θα θέλουν να συνεχίσουν σε αυτές τις συνθήκες, με τόση ανασφάλεια, ειδικά όταν κρεμόμαστε από τον καιρό», καταλήγει η κ. Βαΐρλη.