Σημαντική ανάκαμψη καταγράφουν οι επενδύσεις στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, μετά από μια μακρά περίοδο συρρίκνωσης. Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, το 2019 οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν στο 11% του ΑΕΠ, ενώ σήμερα έχουν φθάσει στο 18%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαέξι ετών.
Από το 2020 έως το 2025, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε περίπου κατά 80% σε πραγματικούς όρους. Αυτή η εξέλιξη συμβάλλει στη σταδιακή κάλυψη του επενδυτικού κενού που άφησε πίσω της η κρίση, ενώ το 2025 η συμβολή των επενδύσεων στον ρυθμό ανάπτυξης ξεπέρασε εκείνη της ιδιωτικής κατανάλωσης.
Η ενίσχυση των επενδύσεων, με σημαντική συνδρομή από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία, στηρίζει τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και δημιουργεί ισχυρή βάση για την αύξηση της παραγωγικότητας και τη δημιουργία καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας.
Η αποτίμηση των επενδύσεων σε σταθερές τιμές, δηλαδή αφαιρώντας την επίδραση των μεταβολών στις τιμές, αφορά δαπάνες για κατοικίες, κτίρια, υποδομές, μηχανήματα, εξοπλισμό και άυλα πάγια όπως λογισμικό και έρευνα & ανάπτυξη.
Με βάση τις τιμές του 2020, οι συνολικές επενδύσεις αυξήθηκαν από περίπου 20,3 δισ. ευρώ το 2019 σε 34,1 δισ. το 2024, με συνεχή άνοδο τα επόμενα χρόνια. Για το 2025, η ΕΛΣΤΑΤ εκτιμά πως ο πραγματικός όγκος των επενδύσεων ανήλθε στα 37,1 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 8,9% σε σχέση με το 2024. Τα στοιχεία αυτά βασίζονται σε αλυσωτούς δείκτες όγκου και ενδέχεται να μην αθροίζονται ακριβώς μεταξύ των κλάδων.
Η πιο πρόσφατη εικόνα επιβεβαιώνει τη διατήρηση της ανοδικής τάσης: το δεύτερο τρίμηνο του 2026, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 6,1% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025 και κατά 2,2% έναντι του πρώτου τριμήνου, σε εποχικά διορθωμένους όρους. Πρόκειται για προσωρινά στοιχεία, που η ΕΛΣΤΑΤ αναμένεται να αναθεωρήσει με την ενσωμάτωση νεότερων δεδομένων.
Ανάκαμψη επενδύσεων ανά κλάδο
Η ανάλυση ανά κλάδο καταδεικνύει ότι η επενδυτική ανάκαμψη δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στην οικονομία. Πίσω από τη συνολική άνοδο, καταγράφονται σημαντικές κλαδικές διαφοροποιήσεις, με ορισμένους τομείς να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των πρόσθετων κεφαλαίων, ενώ άλλοι εμφανίζουν χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης ή ακόμη και υποχώρηση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν από 20,32 δισ. ευρώ το 2019 σε 35,69 δισ. ευρώ το 2023, καταγράφοντας άνοδο 15,37 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η ανάλυση των επιμέρους κλάδων δείχνει πως η ανάκαμψη χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση και όχι από ισόρροπη ανάπτυξη.
Ενδεικτικό είναι ότι μόλις δύο από τους δέκα βασικούς κλάδους συγκέντρωσαν το 52,6% της συνολικής αύξησης των επενδύσεων μεταξύ 2019 και 2023. Στη διαχείριση ακίνητης περιουσίας, οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 4,07 δισ. ευρώ, σημειώνοντας εντυπωσιακή άνοδο 209,6%. Στη δημόσια διοίκηση, εκπαίδευση και υγεία, η αύξηση έφτασε τα 4,02 δισ. ευρώ ή 92,9%.
Οι δύο αυτοί κλάδοι απορρόφησαν συνολικά περίπου 8,09 δισ. ευρώ από τα 15,37 δισ. ευρώ της συνολικής αύξησης. Προσθέτοντας τη βιομηχανία, ενέργεια και ορυχεία, όπου οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 2,66 δισ. ευρώ, οι τρεις αυτοί κλάδοι συγκέντρωσαν περίπου το 70% της συνολικής ανόδου.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη αν εξεταστούν οι ποσοστιαίες μεταβολές. Στις κατασκευές καταγράφηκε αύξηση 336,1%, αλλά από πολύ χαμηλή αφετηρία, καθώς οι επενδύσεις αυξήθηκαν από 172 εκατ. ευρώ σε περίπου 750 εκατ. ευρώ. Η διαχείριση ακίνητης περιουσίας συνδύασε υψηλό ποσοστό ανάπτυξης με μεγάλη απορρόφηση κεφαλαίων, ενώ στη βιομηχανία, ενέργεια και ορυχεία η αύξηση περιορίστηκε στο 68,9%.
Σε κλάδους με σημαντική παρουσία στην ελληνική οικονομία, όπως το εμπόριο, οι μεταφορές, ο τουρισμός και η εστίαση, οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 39,5%, ενώ στη γεωργία, δασοκομία και αλιεία η άνοδος ήταν μόλις 29,5%. Αντίθετα, οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες αποτέλεσαν τον μοναδικό κλάδο με αρνητική μεταβολή, καθώς οι επενδύσεις μειώθηκαν κατά 18,9%.
Η άνιση κατανομή της επενδυτικής ανάκαμψης αποτυπώνεται έντονα στη χαμηλή επίδοση του πρωτογενούς τομέα, ενώ η ισχυρή δυναμική της αγοράς ακινήτων και της δημόσιας διοίκησης αναδεικνύεται ως βασικός μοχλός της συνολικής αύξησης.