Η αγορά πολυτελών ακινήτων στην Αττική συνεχίζει να καταγράφει μια από τις πιο σταθερές ανοδικές πορείες στην Ευρώπη τα τελευταία 5 χρόνια, όπως επισημαίνει η διευθύνουσα σύμβουλος της Premier Realty, Κορίνα Σαΐα.
Από το 2021, η σωρευτική αύξηση των τιμών προσεγγίζει το 50%, ενώ η Αθήνα εξακολουθεί να προσελκύει διεθνείς αγοραστές, καθώς συνδυάζει σχετική προσιτότητα, ισχυρή γεωγραφική θέση και υψηλό επίπεδο ασφάλειας.
Όπως αναφέρει η Premier Realty, παρά την άνοδο των τιμών, η ελληνική πρωτεύουσα και συνολικά η Αττική διατηρούν σημαντικό πλεονέκτημα έναντι άλλων ευρωπαϊκών αγορών. Το κόστος αγοράς παραμένει χαμηλότερο σε σύγκριση με πόλεις όπως η Λισαβόνα, το Λονδίνο, το Παρίσι, το Βερολίνο και η Μαδρίτη. Αυτό το στοιχείο εξηγεί γιατί το ενδιαφέρον από το εξωτερικό παραμένει έντονο, ακόμη και σε περίοδο που οι επενδυτές εξετάζουν πιο προσεκτικά το συνολικό κόστος συναλλαγής.
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2025 δείχνουν ότι οι ξένες επενδύσεις σε ακίνητα ανήλθαν σε 2,05 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 1,2 δισ. ευρώ προήλθαν από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρώτη σε επενδύσεις ήταν η Τουρκία με 214,4 εκατ. ευρώ, ακολουθούμενη από την Ελβετία με 210,8 εκατ. ευρώ. Στη συνέχεια, το Χονγκ Κονγκ με 115,5 εκατ. ευρώ, το Ισραήλ με 88,2 εκατ. ευρώ και οι ΗΠΑ με 88 εκατ. ευρώ, ενώ ακολουθούν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Κίνα.
Σύμφωνα με ενημερωτικό σημείωμα της Premier Realty, οι πρόσφατες εξαγγελίες για τη φορολογία των μεταβιβάσεων εισάγουν μια νέα παράμετρο στην αγορά. Προβλέπεται αύξηση του φόρου μεταβίβασης από το 3% στο 15% για φυσικά πρόσωπα υπηκόους τρίτων χωρών, εκτός ΕΕ και ΕΟΧ. Με τον δημοτικό φόρο, η συνολική επιβάρυνση αναμένεται να ανέλθει από 3,09% σε 15,45%. Για ακίνητο αξίας 800.000 ευρώ, ο βασικός φόρος μεταβίβασης θα ανερχόταν, βάσει των ανακοινώσεων, από περίπου 24.000 σε 120.000 ευρώ. Οι πολίτες κρατών-μελών της ΕΕ δεν επηρεάζονται, ενώ το μέτρο αφορά μόνο φυσικά πρόσωπα και όχι εταιρικά σχήματα.
Ενδέχεται να προβλεφθούν εξαιρέσεις για ομογενείς και μακροχρόνια διαμένοντες, ωστόσο το σχετικό νομοσχέδιο δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, με αποτέλεσμα να μην έχουν οριστικοποιηθεί τα κριτήρια εξαίρεσης ή οι μεταβατικές διατάξεις.
Ασαφής παραμένει και η ημερομηνία εφαρμογής του νέου πλαισίου. Ανακοινώσεις έχουν αναφερθεί τόσο στην 1η Ιανουαρίου όσο και στην 1η Ιουλίου 2027. Η μεταγενέστερη ημερομηνία θα έδινε περισσότερο χρόνο στους αγοραστές που βρίσκονται ήδη σε διαδικασία διαπραγμάτευσης ή αγοράς ακινήτου υπό ανέγερση. Το κρίσιμο σημείο είναι η ολοκλήρωση της μεταβίβασης, καθώς μια κράτηση ή ένα προσύμφωνο δεν διασφαλίζει αυτόματα το ισχύον καθεστώς. Η μεγαλύτερη επίδραση αναμένεται στις αγορές ακινήτων αξίας 250.000 έως 800.000 ευρώ από πρόσωπα εκτός ΕΕ, όπου το πρόσθετο κόστος μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την αναμενόμενη απόδοση της επένδυσης. Είναι πιθανό μέρος της ζήτησης να στραφεί σε εταιρικά ή άλλα νομικά σχήματα, εφόσον αυτά εξαιρεθούν από το μέτρο.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να μεταβάλουν τη σύνθεση και το χρονοδιάγραμμα των συναλλαγών, χωρίς να προκαλούν απαραίτητα γενικευμένη πτώση της αγοράς. Στη Βρετανική Κολομβία του Καναδά, μετά την επιβολή φόρου 15% στους ξένους αγοραστές στο Βανκούβερ το 2016, το μερίδιό τους μειώθηκε απότομα και οι τιμές επιβραδύνθηκαν κυρίως σε περιοχές με υψηλή ζήτηση από το εξωτερικό. Στην Ισπανία, η πρόταση για φόρο 100% σε αγοραστές εκτός ΕΕ έχει ήδη οδηγήσει σε στροφή προς εναλλακτικά επενδυτικά σχήματα και στην επιτάχυνση συναλλαγών πριν από πιθανή εφαρμογή του μέτρου.
Η κ. Σαΐα εκτιμά ότι η νέα φορολογική παράμετρος μπορεί να καταστήσει ορισμένες συναλλαγές ακριβότερες και πιο σύνθετες, χωρίς ωστόσο να αναιρεί τα βασικά πλεονεκτήματα της αθηναϊκής αγοράς. Η σχετική προσιτότητα, η γεωγραφική θέση και η ασφάλεια συνεχίζουν να προσελκύουν το διεθνές κεφάλαιο. Μέχρι την παρουσίαση του τελικού νομοσχεδίου, η αγορά αναμένεται να κινηθεί με μεγαλύτερη προσοχή, διατηρώντας όμως τη δυναμική των τελευταίων ετών.