Οι τέσσερις νέες παρεμβάσεις που ανακοίνωσε σήμερα (30.9.2026) ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στοχεύουν στην αντιμετώπιση δύο βασικών προκλήσεων που απασχολούν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις: το βάρος των συσσωρευμένων οφειλών και το υψηλό ενεργειακό κόστος, σύμφωνα με ανακοίνωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (ΕΒΕΠ).
Το ΕΒΕΠ επισημαίνει ότι η επέκταση της ρύθμισης οφειλών από 72 σε 120 δόσεις, με ελάχιστη καταβολή 30 ευρώ, μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ανάσα στην επιχειρηματικότητα. Η αποτελεσματικότητα του μέτρου θα εξαρτηθεί από το εύρος των δικαιούχων και τους όρους ένταξης και διατήρησης της ρύθμισης. Απαιτούνται ελαστικά κριτήρια και δόσεις που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές δυνατότητες πληρωμής, ώστε οι επιχειρήσεις να καλύπτουν τόσο παλαιές όσο και τρέχουσες υποχρεώσεις.
Θετικά αξιολογείται η ενίσχυση της προστασίας για τους συνεπείς οφειλέτες έναντι των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers). Η τήρηση συμφωνημένης ρύθμισης πρέπει να δεσμεύει και τις δύο πλευρές, ενώ οι κυρώσεις και η αποκατάσταση του θιγόμενου οφειλέτη αποκτούν αξία όταν εφαρμόζονται άμεσα και με σαφείς διαδικασίες. Η συνέπεια στις πληρωμές οφείλει να προσφέρει ασφάλεια.
Σε ό,τι αφορά την ενέργεια, η δέσμευση για τιμή πετρελαίου θέρμανσης κάτω από 1,75 ευρώ το λίτρο και η αύξηση της επιδότησης στο πετρέλαιο κίνησης προσφέρουν μικρή ανακούφιση. Η συνολική ελάφρυνση, συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων των διυλιστηρίων, πρέπει να μεταφερθεί πλήρως στην αντλία. Η μείωση του κόστους μεταφοράς συμβάλλει στη συγκράτηση των τελικών τιμών, ενώ η στήριξη των νοικοκυριών διατηρεί την αγοραστική δύναμη. Δεδομένου ότι η παρέμβαση στο πετρέλαιο κίνησης αφορά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου, απαιτείται έγκαιρη επανεκτίμηση ανάλογα με τις τιμές.
Το ΕΒΕΠ αναφέρει ότι ο πρωθυπουργός επιβεβαίωσε την αύξηση της επιδότησης στο πετρέλαιο κίνησης από τα 10 στα 15 λεπτά ανά λίτρο. Για το πετρέλαιο θέρμανσης, οι σχετικές ανακοινώσεις αναμένονται πριν τις 15 Οκτωβρίου, ώστε να διατηρηθεί η τιμή κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο. Παράλληλα, τα διυλιστήρια θα προσφέρουν επιπλέον εκπτώσεις, με αποτέλεσμα η συνολική ελάφρυνση να φτάσει τα 20 λεπτά ανά λίτρο.
Το ΕΒΕΠ ζητά άμεση εξειδίκευση, απλή πρόσβαση και συνεχή αξιολόγηση των μέτρων. Η επιτυχία τους θα φανεί στη βιωσιμότητα των ρυθμίσεων, στη συγκράτηση των τιμών στα καύσιμα, στη ρευστότητα των επιχειρήσεων και στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Σε δήλωσή του, ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ Βασίλης Κορκίδης αναφέρει για τα μέτρα με επίκεντρο την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους και τους συνεπείς οφειλέτες: «Η ανάγκη παρέμβασης της κυβέρνησης ήταν επιβεβλημένη και καλώς θέτει τις προτεραιότητες νοικοκυριών και επιχειρήσεων στο πακέτο μέτρων. Η αγορά έχει ανάγκη από ένα ουσιαστικό και άμεσα εφαρμόσιμο πακέτο παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Με τις τιμές των καυσίμων να επιβαρύνουν νοικοκυριά, μεταφορές και επιχειρήσεις, η ενεργειακή ακρίβεια έχει πλέον εξελιχθεί από εξωτερικό γεωπολιτικό σοκ σε εσωτερικό πρόβλημα κόστους και ανταγωνιστικότητας. Η συνέχιση της στήριξης στο πετρέλαιο κίνησης είναι σημαντική, καθώς θα λειτουργήσει ως μικρό ανάχωμα απέναντι στη μεταφορά του αυξημένου κόστους στην εφοδιαστική αλυσίδα και τελικά στις τιμές των προϊόντων.
Ωστόσο, η διάρκεια και η ένταση της ενεργειακής κρίσης επιβάλλουν μια ευρύτερη προσέγγιση. Η αγορά χρειάζεται παρεμβάσεις που θα καλύπτουν τις επιχειρήσεις, τις μεταφορές και την παραγωγή. Χρειάζεται να εξεταστεί κάθε διαθέσιμο δημοσιονομικό και ευρωπαϊκό εργαλείο που μπορεί να περιορίσει το κόστος καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να διαταράξει τη δημοσιονομική σταθερότητα. Η αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας πρέπει να κινηθεί σε δύο χρόνους, την άμεση ανακούφιση σήμερα και μόνιμη μείωση του ενεργειακού κόστους αύριο. Οι προσωρινές επιδοτήσεις είναι απαραίτητες όσο διαρκεί η έκτακτη κρίση, αλλά δεν μπορούν να αποτελούν μόνιμο μηχανισμό.
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη διπλή πίεση της ακριβής ενέργειας και του υψηλού κόστους χρήματος. Για τις ΜμΕ αυτό σημαίνει μικρότερη ρευστότητα, ακριβότερο κεφάλαιο κίνησης, αυξημένο κόστος μεταφορών και περιορισμό των επενδύσεων. Γι' αυτό τα μέτρα πρέπει να εξακολουθήσουν να είναι στοχευμένα, επαρκή, προσωρινά όπου απαιτείται και αναπτυξιακά όπου είναι δυνατόν. Το ζητούμενο δεν είναι να επιδοτούμε επ' αόριστον την ακριβή ενέργεια. Είναι να προστατεύσουμε την οικονομία από ένα εξωγενές ενεργειακό σοκ και ταυτόχρονα να μειώσουμε μόνιμα την ενεργειακή εξάρτηση των ελληνικών επιχειρήσεων. Κάθε ευρώ που μειώνει το ενεργειακό κόστος της παραγωγής και των μεταφορών προστατεύει τη ρευστότητα των επιχειρήσεων, συγκρατεί τις τιμές και ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας».