Σημαντική ανάκαμψη κατέγραψε ο χρηματοοικονομικός πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών το 2025, σύμφωνα με τη 17η έκδοση του «Global Wealth Report» της Allianz. Τα στοιχεία της έκθεσης δείχνουν ότι τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 14,7%, φτάνοντας τα 401,9 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τόσο τον μέσο όρο της Δυτικής Ευρώπης (4,5%) όσο και τον παγκόσμιο μέσο όρο (8,6%).
Η άνοδος αυτή τοποθετεί την Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες με τους ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης στην περιοχή. Οι τίτλοι σημείωσαν εντυπωσιακή αύξηση 34,4%, ενώ οι ασφαλίσεις και οι συντάξεις κινήθηκαν ανοδικά κατά 3,8%. Αντίθετα, οι καταθέσεις υποχώρησαν ελαφρώς κατά 0,7%. Το μερίδιο των τίτλων στα ελληνικά χαρτοφυλάκια ανήλθε στο 50,4%, ξεπερνώντας σημαντικά τον μέσο όρο της Δυτικής Ευρώπης (36,8%) και τον παγκόσμιο (46,9%).
Οι νέες αποταμιεύσεις διαμορφώθηκαν στα 6,3 δισ. ευρώ, με τις αγορές τίτλων να υπεραντισταθμίζουν την καθαρή εκροή από τις καταθέσεις. Παράλληλα, ασφαλίσεις και συντάξεις προσέθεσαν 0,5 δισ. ευρώ. Σε πραγματικούς όρους, τα ελληνικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία αυξήθηκαν κατά 11,5%, επίδοση που αποτελεί τη μεγαλύτερη στη Δυτική Ευρώπη. Από το 2019, η σωρευτική αύξηση φθάνει το 23%, έναντι μόλις 0,5% για τον μέσο όρο της Δυτικής Ευρώπης.
Οι υποχρεώσεις των νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά 2,9% στα 114,0 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα τα καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία να φτάσουν τα 287,9 δισ. ευρώ (+20,1%). Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 28η θέση παγκοσμίως με καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία 28.970 ευρώ ανά κάτοικο, πλησιάζοντας την πρώτη εικοσάδα.
Σε διεθνές επίπεδο, τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία των νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά 8,6% το 2025, αγγίζοντας το ιστορικό υψηλό των 268,4 τρισ. ευρώ, σύμφωνα με την Allianz. Η άνοδος αυτή οφείλεται κυρίως στις αγορές, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης προήλθε από την ανατίμηση των περιουσιακών στοιχείων, ενώ οι νέες αποταμιεύσεις μειώθηκαν κατά 5,4% στα 4,1 τρισ. ευρώ.
Ειδικά οι τίτλοι κατέγραψαν άνοδο 12,4%, έναντι 5,7% για τις καταθέσεις και 5% για τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά προϊόντα. Πλέον, οι τίτλοι αντιπροσωπεύουν το 46,9% των παγκόσμιων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Η Βόρεια Αμερική ηγήθηκε της ανόδου, καλύπτοντας το 51,4% της παγκόσμιας αύξησης, με το ποσοστό των τίτλων στα χαρτοφυλάκια των νοικοκυριών να φτάνει το 60,7%.
Ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης
Η Allianz προβλέπει ότι τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά 9% το 2026. Ωστόσο, το μεσοπρόθεσμο περιβάλλον χαρακτηρίζεται από προκλήσεις, όπως η επιβράδυνση της ανάπτυξης, ο επίμονος πληθωρισμός, ο γεωοικονομικός κατακερματισμός και το υψηλό δημόσιο χρέος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύεται ως βασικός παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει τη μελλοντική δημιουργία πλούτου, σύμφωνα με την έκθεση. Η αύξηση της παραγωγικότητας και των εταιρικών κερδών μπορεί να στηρίξει τις αποδόσεις των περιουσιακών στοιχείων, αλλά η αυξανόμενη εξάρτηση από αγορές που επηρεάζονται από την τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει την έκθεση σε διακυμάνσεις.
Η Allianz επισημαίνει ότι οι υψηλές αποτιμήσεις και η συγκέντρωση ιδιοκτησίας αυξάνουν τόσο τους κινδύνους για τις αγορές όσο και τον κίνδυνο άνισης κατανομής των ωφελειών από τη δημιουργία πλούτου. Σύμφωνα με την έκθεση, μια υποθετική διόρθωση 25% του δείκτη S&P 500 θα μπορούσε να αφαιρέσει περίπου 27 τρισ. δολάρια από τον πλούτο των αμερικανικών νοικοκυριών, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 14% της συνολικής καθαρής περιουσίας τους.
Όπως σημειώνει ο Chief Economist και Chief Investment Officer της Allianz, Ludovic Subran, το νέο ιστορικό υψηλό του παγκόσμιου πλούτου «αποκαλύπτει μόνο τη μισή εικόνα», καθώς σε πραγματικούς όρους η αύξηση περιορίζεται στο 23% από το 2019, έναντι ονομαστικής αύξησης 50%.
Η Katharina Utermöhl, Head of Thematic & Policy Research της Allianz Research, επισημαίνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει την επόμενη μεγάλη κινητήρια δύναμη του πλούτου, με κρίσιμο ζήτημα τη συμμετοχή στα οφέλη της. Η ευρύτερη συμμετοχή στις αποδόσεις του κεφαλαίου και οι πολιτικές προσαρμογής των εργαζομένων θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην κατανομή του πλούτου που δημιουργεί η νέα τεχνολογία.