Σημαντική αύξηση σημείωσε το 2025 η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές, φτάνοντας τα 21.842,40 ευρώ, σύμφωνα με έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Το αντίστοιχο ποσό το 2024 ήταν 20.694,48 ευρώ, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 5,5%.
Το 50% των νοικοκυριών δαπανούν περισσότερα από 1.414,60 ευρώ μηνιαίως, ενώ τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιασμένη κατοικία διαθέτουν κατά μέσο όρο το 23,4% του μηνιαίου προϋπολογισμού τους για στέγαση, εκ των οποίων το 17,3% αφορά ενοίκιο.
Σημαντικές διαφοροποιήσεις παρατηρούνται μεταξύ των φτωχότερων και πλουσιότερων στρωμάτων. Το φτωχότερο 20% του πληθυσμού διαθέτει το 54,4% του συνολικού προϋπολογισμού του σε είδη διατροφής και στέγαση, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το πλουσιότερο 20% είναι 34,5%.
Στην περιφέρεια Αττικής καταγράφηκε η υψηλότερη μέση ετήσια δαπάνη (24.981,36 ευρώ), ενώ η χαμηλότερη στη Στερεά Ελλάδα (16.475,52 ευρώ). Παρά την αύξηση σε σχέση με το 2024, η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών το 2025 παραμένει μειωμένη κατά 12% σε σύγκριση με το 2008.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η μέση ετήσια δαπάνη ανά άτομο το 2025 ανήλθε σε 9.225,12 ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 5,5% σε σχέση με το 2024. Το μεγαλύτερο ποσοστό των δαπανών κατευθύνεται σε είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά (20,4%), στέγαση (14,7%) και μεταφορές (13,6%). Αντίθετα, το μικρότερο μερίδιο (2%) αφορά ασφάλεια και οικονομικές υπηρεσίες.
Αναλυτική κατανομή δαπανών και μεταβολές
Η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση δαπανών καταγράφηκε στα διαρκή αγαθά (8,9%), στέγαση (8,3%) και εκπαίδευση (8,2%). Μείωση 2,4% σημειώθηκε στις ασφάλειες και οικονομικές υπηρεσίες. Στα είδη διατροφής, η μέση μηνιαία δαπάνη αυξήθηκε για καφέ, τσάι, κακάο (11,9%), κρέας (9,9%), ψάρια (8%), ζάχαρη, μαρμελάδες, μέλι και σοκολάτα (6,5%), φρούτα (5,4%) και γαλακτοκομικά (4,9%). Μειώσεις καταγράφηκαν σε έλαια και λίπη (11,2%) και λοιπά είδη διατροφής (1,8%).
Τα μονομελή νοικοκυριά με άτομα άνω των 65 ετών δαπανούν το 45,6% της μέσης μηνιαίας δαπάνης, ενώ οικογένειες με δύο παιδιά έως 16 ετών δαπανούν το 149,8%. Νοικοκυριά με οικονομικά μη ενεργό υπεύθυνο δαπανούν το 68,6%, ενώ αυτοαπασχολούμενοι με μισθωτούς το 217,9% της μέσης μηνιαίας δαπάνης.
Η ηλικία του υπευθύνου παίζει σημαντικό ρόλο, με τα νοικοκυριά ηλικίας 35-44 ετών να δαπανούν το 133,3% του μέσου όρου και αυτά με υπεύθυνο άνω των 75 ετών το 55,6%. Τα νοικοκυριά σε αγροτικές περιοχές δαπανούν 1.386,11 ευρώ μηνιαίως, ποσό 26,8% χαμηλότερο από τα αστικά (1.892,86 ευρώ).
Καταναλωτικές συνήθειες και εξοπλισμός νοικοκυριών
Τα περισσότερα νοικοκυριά διαθέτουν βασικές οικιακές συσκευές και αυτοκίνητο: τηλεόραση (100%), κινητό τηλέφωνο (96,4%), σταθερό τηλέφωνο (85,2%), υπολογιστή με internet (80,9%), αυτοκίνητο (69,5%), πλυντήριο πιάτων (42,5%) και καταψύκτη (34,8%).
Το 16,8% έχει δεύτερη κατοικία, το 13,7% κλειστό χώρο στάθμευσης, ενώ το 56,6% χρησιμοποιεί κεντρική θέρμανση.
Αύξηση 4% σημειώθηκε στα νοικοκυριά με δεύτερη κατοικία, ενώ μείωση 2,4% καταγράφηκε στη χρήση σταθερού τηλεφώνου. Το 43,7% χρησιμοποιεί τρία δωμάτια, το 57,5% διαμένει σε κατοικία 61-100 τ.μ., ενώ το 95,2% χρησιμοποιεί ηλεκτρική κουζίνα. Για θέρμανση, το 36,6% επιλέγει καλοριφέρ πετρελαίου και το 18,6% φυσικό αέριο, ενώ για ψύξη το 78,9% έχει κλιματιστικό.
Ανισότητες δαπανών μεταξύ φτωχότερων και πλουσιότερων
Το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του πλουσιότερου 20% είναι 5,78 φορές μεγαλύτερο από αυτό του φτωχότερου 20%. Ο δείκτης αυτός μειώνεται στο 4,52 όταν συμπεριληφθούν οι τεκμαρτές δαπάνες. Τα φτωχότερα νοικοκυριά αύξησαν τις δαπάνες τους κατά 4,5% σε σχέση με το 2024, ενώ τα πλουσιότερα κατά 6,4%.
Το φτωχότερο 20% διαθέτει το 31,9% του προϋπολογισμού του σε είδη διατροφής, έναντι 13,2% για το πλουσιότερο 20%. Η μέση μηνιαία δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών εκτιμάται στο 32,1% αυτής των μη φτωχών, με τα φτωχά να δαπανούν το 31,9% του προϋπολογισμού τους σε είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά, έναντι 19,5% για τα μη φτωχά.