Το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελεί το μεγαλύτερο αναπτυξιακό και μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που έχει υλοποιηθεί στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών.
Το Ταμείο δημιουργήθηκε μετά την πανδημία ως έκτακτο ευρωπαϊκό εργαλείο, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρά για πρώτη φορά σε κοινό δανεισμό για τη χρηματοδότηση επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων.
Η Ελλάδα διαθέτει συνολικά 35,95 δισ. ευρώ από το Ταμείο, εκ των οποίων 18,22 δισ. ευρώ είναι επιχορηγήσεις και 17,73 δισ. ευρώ δάνεια. Για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό πρόγραμμα, οι εκταμιεύσεις πραγματοποιούνται με βάση την επίτευξη συγκεκριμένων οροσήμων και στόχων, επιβεβαιώνοντας την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και έργων.
Οι επιχορηγήσεις των 18,22 δισ. ευρώ αποτελούν καθαρή χρηματοδοτική ενίσχυση, χωρίς υποχρέωση επιστροφής. Το δανειακό σκέλος διατίθεται με όρους όμοιους για όλα τα κράτη-μέλη, χωρίς επιπλέον ή τιμωρητικό επιτόκιο για την Ελλάδα. Όλα τα κράτη-μέλη επιστρέφουν τα δανειακά ποσά στην Κομισιόν με το ίδιο χαμηλό κόστος που εξασφάλισε η ΕΕ στην αγορά.
Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της ΕΕ που κατευθύνει το σύνολο του δανειακού σκέλους, ύψους 17,73 δισ. ευρώ, αποκλειστικά στην ιδιωτική οικονομία, με στόχο τη μείωση του επενδυτικού κενού που προκάλεσε η δεκαετής κρίση. Η πλήρης αξιοποίηση του ποσού αυτού κινητοποιεί συνολικές επενδύσεις άνω των 45 δισ. ευρώ, ενισχύοντας τις προϋποθέσεις για διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Το δανειακό σκέλος του Ταμείου διοχετεύεται στην πραγματική οικονομία με πολύ χαμηλά, σταθερά επιτόκια, που ξεκινούν από 0,35% για μικρομεσαίες επιχειρήσεις ή διαμορφώνονται γύρω στο 1% για άλλες επενδύσεις. Τα κεφάλαια χρηματοδοτούν επενδυτικά σχέδια επιχειρήσεων, εγγυοδοτικά εργαλεία, σχήματα venture capital και κοινωνικά προγράμματα όπως το «Σπίτι μου ΙΙ».
Το ίδιο χαμηλό επιτόκιο (0,35%) θα ισχύσει και για τα δάνεια που θα λάβουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, με την ανακατεύθυνση κονδυλίων ύψους 1,5 δισ. ευρώ, η οποία αναμένεται να κινητοποιήσει 5 δισ. ευρώ δάνεια και νέες επενδύσεις για τις ΜμΕ σε όλη τη χώρα.
Παρότι το Ταμείο δεν διαθέτει περιφερειακές ποσοστώσεις ή κατανομές πόρων, χρηματοδοτεί έργα σε όλη την Ελλάδα που βελτιώνουν την καθημερινότητα των πολιτών και ενισχύουν την αναπτυξιακή προοπτική κάθε περιφέρειας. Στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, οι δανειακές συμβάσεις για επενδυτικά σχέδια έχουν συνολικό προϋπολογισμό 1,39 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 648,7 εκατ. ευρώ προέρχονται από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Μεταξύ άλλων, από το Ταμείο χρηματοδοτούνται έργα αποκατάστασης του οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου που υπέστη ζημιές από τις θεομηνίες Daniel και Elias, το βόρειο τμήμα του Ε-65 Τρίκαλα-Εγνατία, η Παιδιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Λάρισας, αναβαθμίσεις στα γενικά νοσοκομεία Λάρισας, Βόλου, Καρδίτσας, καθώς και ανακαινίσεις Κέντρων Υγείας σε Αγιά, Ελασσόνα, Τύρναβο, Φάρσαλα, Αλμυρό, Αργαλαστή, Σοφάδες και Παλαμά. Επιπλέον, υλοποιούνται έργα επεξεργασίας λυμάτων, ύδρευσης, αστικές αναπλάσεις, έργα έξυπνων πόλεων σε Λάρισα, Βόλο και Τρίκαλα, καθώς και το μεγάλο έργο οδικής ασφάλειας ύψους 24 εκατ. ευρώ από την Περιφέρεια Θεσσαλίας.
Εκτός από το Ταμείο Ανάκαμψης, σημαντικές δράσεις υλοποιούνται στη Θεσσαλία μέσω των Τομεακών Προγραμμάτων του ΕΣΠΑ και του ΕΠΑ, καθώς και του Ειδικού Προγράμματος Φυσικών Καταστροφών ΕΠΑ. Η Περιφέρεια Θεσσαλίας διαθέτει δύο βασικά αναπτυξιακά εργαλεία δικής της διαχείρισης, με ενισχυμένους προϋπολογισμούς: το πρόγραμμα «Θεσσαλία 2021-2027» του ΕΣΠΑ με πόρους 548 εκατ. ευρώ και το «Περιφερειακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Θεσσαλίας» του ΕΠΑ 2026-2030 με 255 εκατ. ευρώ.
Όπως καταλήγει η ανακοίνωση του υπουργείου, οι πολίτες είναι εκείνοι που αξιολογούν τα αποτελέσματα, αποφασίζοντας αν οι πόροι αξιοποιούνται και αν η καθημερινότητά τους βελτιώνεται. Η κυβέρνηση οφείλει να διεκδικεί πόρους, να σχεδιάζει πολιτικές και να δημιουργεί ευκαιρίες ανάπτυξης, ενώ η αυτοδιοίκηση πρέπει να αξιοποιεί τα διαθέσιμα εργαλεία προς όφελος των τοπικών κοινωνιών. Όταν κάθε θεσμός λειτουργεί με σχέδιο και αίσθημα ευθύνης, οι πραγματικοί ωφελούμενοι είναι οι πολίτες. Το ΥΠΟΙΚ συνεχίζει να επιταχύνει το έργο και τις μεταρρυθμίσεις προς όφελος της κοινωνίας και της οικονομίας.