Η τεχνητή νοημοσύνη και η καινοτομία μπορούν να αποτελέσουν βασικό μοχλό ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευτούν από στοχευμένες πολιτικές, επενδύσεις και –κυρίως– εκπαίδευση, τόνισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ Δελφών 2026.
Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, η Ελλάδα έχει επιτύχει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζοντας υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και βελτιώνοντας τα δημόσια οικονομικά της. Η επόμενη πρόκληση είναι η διατήρηση αυτής της δυναμικής μέσω επενδύσεων σε ανθρώπινο κεφάλαιο, τεχνολογία και μεταρρυθμίσεις.
Μετά την περίοδο της κρίσης, κατά την οποία το παραγωγικό κεφάλαιο συρρικνώθηκε, οι επενδύσεις είχαν περιοριστεί σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Το 2019 αντιστοιχούσαν περίπου στο 11% του ΑΕΠ, ενώ σήμερα έχουν αυξηθεί στο 18%. Παρά τη βελτίωση, παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που κυμαίνεται κοντά στο 22%, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο ενίσχυσης της επενδυτικής δραστηριότητας.
Παράλληλα, οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας και προϊόντων έχουν προχωρήσει, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν αδυναμίες. Η οικονομία εξακολουθεί να επηρεάζεται από διαρθρωτικά προβλήματα, όπως οι καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη, οι δυσλειτουργίες στην αγορά εργασίας και το χάσμα μεταξύ των δεξιοτήτων που προσφέρει το εκπαιδευτικό σύστημα και εκείνων που ζητά η αγορά. Επιπλέον, το δημογραφικό ζήτημα αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.
Η στρατηγική σημασία της τεχνητής νοημοσύνης
Σε αυτό το πλαίσιο, η εκπαίδευση και η τεχνολογία αποκτούν καθοριστικό ρόλο. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι απλώς μια τεχνολογική εξέλιξη· αποτελεί εργαλείο που μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση πολλών από τα παραπάνω προβλήματα, εφόσον ενσωματωθεί σωστά στην οικονομία και την κοινωνία. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ανάπτυξη των τεχνολογιών, αλλά κυρίως η πρακτική αξιοποίησή τους.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι χώρες όπως η Νορβηγία, η Ιρλανδία και η Γαλλία, που επενδύουν συνδυαστικά σε τεχνολογία, δεξιότητες και εφαρμογές, καταφέρνουν να μεγιστοποιούν τα οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης. Επενδύουν σε μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, ενσωματώνουν την τεχνολογία στην παραγωγή και τις υπηρεσίες, δίνοντας έμφαση στην εκπαίδευση και κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού.
Για την Ελλάδα, οι προοπτικές είναι θετικές. Οι νέοι ηλικίας 19-24 ετών εμφανίζουν από τα υψηλότερα ποσοστά χρήσης τεχνητής νοημοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για το μέλλον. Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, όπως του ΔΝΤ, η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να προσθέσει έως και 0,8%-1% ετησίως στο ΑΕΠ, εφόσον αξιοποιηθεί αποτελεσματικά.
Η πρόκληση της εφαρμογής και ο ρόλος του κράτους
Όπως ανέφερε ο Philippe Rogge, Worldwide Public Sector & Sovereignty Leader της Microsoft, η πρόκληση δεν είναι μόνο τεχνολογική αλλά κυρίως ζήτημα εφαρμογής. Η αύξηση της παραγωγικότητας δεν προκύπτει αυτόματα από την ύπαρξη τεχνολογίας, αλλά από τη χρήση της στην καθημερινή εργασία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η σωστή αξιοποίηση της AI μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα εργαζομένων έως και 30%.
Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να γίνει με τρόπο που να ενισχύει την εργασία και όχι να την υποκαθιστά. Αν χρησιμοποιηθεί συμπληρωματικά προς τον άνθρωπο, μπορεί να οδηγήσει σε ένα νέο κύμα ανάπτυξης και ευημερίας. Αντίθετα, εάν λειτουργήσει αποκλειστικά υποκαθιστώντας την εργασία, ενδέχεται να προκαλέσει κοινωνικές ανισότητες.
Καθοριστικός είναι ο ρόλος του κράτους στη μετάβαση αυτή. Οι επιτυχημένες χώρες είναι εκείνες που αξιοποιούν την τεχνολογία ως ευκαιρία για ευρύτερο μετασχηματισμό, βελτιώνουν τη λειτουργία του δημόσιου τομέα, ενισχύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών και δημιουργούν σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον για επενδύσεις.