Ο επικεφαλής του ισραηλινού μπλοκ της αντιπολίτευσης, Γκάντι Άιζενκοτ, έλαβε επίσημα την εντολή σχηματισμού της επόμενης κυβέρνησης της χώρας, σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις στην πολιτική σκηνή του Ισραήλ. Ο Άιζενκοτ δήλωσε ότι παραμένει ανοιχτός στη δημιουργία συνασπισμού που θα μπορούσε να περιλαμβάνει το κόμμα του Μπενιαμίν Νετανιάχου, παρά τις κατηγορίες που έχει διατυπώσει εναντίον του για την ιστορική κρίση που διέρχεται η χώρα.
Δώδεκα ημέρες μετά τις βουλευτικές εκλογές, ο 66χρονος πρώην αρχηγός του γενικού επιτελείου στρατού εξασφάλισε την υποστήριξη 67 μελών του κοινοβουλίου, έναντι 46 που συγκέντρωσε ο απερχόμενος πρωθυπουργός.
Κατά τη διάρκεια τελετής στην προεδρική κατοικία στην Ιερουσαλήμ, ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτζογκ κάλεσε τον Άιζενκοτ να σχηματίσει μια κυβέρνηση ικανή να ενώσει τους πολίτες, υπερβαίνοντας πολιτικές διαφορές.
Ο Χέρτζογκ ανέφερε: «Το Κράτος του Ισραήλ χρειάζεται μια σταθερή κυβέρνηση (...) Άιζενκοτ, περιμένω από εσένα να κάνεις ό,τι περνάει από το χέρι σου για να σχηματίσεις μια κυβέρνηση που θα υπηρετεί τόσο εκείνους που σε ψήφισαν όσο και εκείνους που δεν σε ψήφισαν».
Ο Άιζενκοτ από την πλευρά του εμφανίστηκε ανοιχτός στη συμμετοχή μελών του Λικούντ, του κόμματος του Νετανιάχου, αλλά και του ακροδεξιού κόμματος Θρησκευτικός Σιωνισμός, του απερχόμενου υπουργού Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς. Όπως δήλωσε, «Αν μέλη» αυτών των δύο κομμάτων «πιστεύουν ειλικρινά ότι έχει έρθει η ώρα για ενότητα (...) δεν βλέπω κανένα λόγο για τον οποίο να μην στηρίξουν μια κυβέρνηση με επικεφαλής εμένα και βασισμένη στις αρχές που έχω παρουσιάσει».
Τόνισε ακόμη ότι «διανύουμε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους που έχει βιώσει ποτέ η ισραηλινή δημοκρατία» και ζήτησε «δημιουργικά και αντισυμβατικά» πολιτικά μέτρα.
Ο Γκάντι Άιζενκοτ έχει στη διάθεσή του 28 ημέρες για να σχηματίσει συνασπισμό, με δυνατότητα παράτασης κατά 14 ημέρες.
Οι διαπραγματεύσεις αναμένονται ιδιαίτερα απαιτητικές, καθώς τα κόμματα που στηρίζουν τον Άιζενκοτ συμφωνούν στην ανάγκη τερματισμού της μακράς κυριαρχίας του Νετανιάχου, αλλά διαφωνούν ως προς τη σύνθεση του μελλοντικού συνασπισμού.
Κυβέρνηση μειοψηφίας και ρόλος αραβικών κομμάτων
Κεντρικό σημείο διαφωνίας αποτελεί η στάση απέναντι στα δύο κύρια αραβικά κόμματα, τα οποία κατέχουν 19 από τις 120 έδρες στην Κνεσέτ. Η στήριξή τους στον Άιζενκοτ ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστική, ωστόσο ορισμένοι σύμμαχοί του αντιτίθενται στην εξάρτηση από τις ψήφους των αραβικών κομμάτων.
Σε μια κοινωνία που παραμένει τραυματισμένη και ριζοσπαστικοποιημένη μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, η συνεργασία με κόμματα που εκπροσωπούν Παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ – περίπου το 20% του πληθυσμού – ενδέχεται να προκαλέσει αντιδράσεις στο εβραϊκό εκλογικό σώμα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Άιζενκοτ ενδέχεται να επιδιώξει τον σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας, χωρίς την απαιτούμενη πλειοψηφία των 61 εδρών.
Υπαινίχθηκε αυτό το ενδεχόμενο ζητώντας τον σχηματισμό μιας «εθνικής κυβέρνησης έκτακτης ανάγκης».
Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, μόνο τα 48 μέλη του μπλοκ του θα ψήφιζαν την κυβέρνησή του, έναντι 46 που πρόσκεινται στον Νετανιάχου. Από τα υπόλοιπα 26 μέλη, προερχόμενα από αραβικά και υπερορθόδοξα κόμματα, κάποιοι βουλευτές μπορεί να απέχουν.
Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Ασάφ Σαπίρα του Ινστιτούτου Δημοκρατίας του Ισραήλ, μια κυβέρνηση που στηρίζεται σε μόλις 48 μέλη του κοινοβουλίου θα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτη.
Ο Σαπίρα εξηγεί: «Για να ψηφιστούν νόμοι, χρειάζεται σημαντική υποστήριξη από άλλα κόμματα» και η κυβέρνηση θα πρέπει να διαπραγματεύεται κάθε νομοσχέδιο ξεχωριστά.
Ωστόσο, αυτές οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον ρόλο των αραβικών και υπερορθόδοξων κομμάτων, δίνοντας μεγαλύτερη επιρροή και «ενισχύοντας» τον έλεγχο του Κοινοβουλίου επί της εκτελεστικής εξουσίας, σύμφωνα με τον Σαπίρα.
Διπλωματικές προκλήσεις και εσωτερικές εντάσεις
Ο πρόεδρος Χέρτζογκ επισήμανε τις διπλωματικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισραήλ, ειδικά μετά την ήττα του στρατοπέδου του Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ.
Όπως ανέφερε, «Πρέπει να προχωρήσουμε με τις διπλωματικές διαδικασίες στην περιοχή μετά τον πόλεμο, να εφαρμόσουμε το σχέδιο 20 σημείων του προέδρου των ΗΠΑ για τη Γάζα» και να προσαρμοστούμε στη νέα πολιτική πραγματικότητα στις ΗΠΑ, τον βασικό σύμμαχο του Ισραήλ.
Οι Δημοκρατικοί, που αναδείχθηκαν νικητές στις ενδιάμεσες εκλογές, ζητούν περιορισμό της υποστήριξης προς το Ισραήλ, λόγω του πολέμου στη Γάζα και της αντιδημοτικότητας της σύγκρουσης με το Ιράν, η οποία ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου από τον Νετανιάχου και τον Τραμπ.
Την ίδια ώρα, ο Νετανιάχου επιχειρεί να αξιοποιήσει τις εσωτερικές διαφωνίες των αντιπάλων του και συνεχίζει να επιτίθεται στα αραβικά κόμματα. Επανέλαβε ότι η συμμετοχή τους σε κυβερνητικό συνασπισμό θα «διαλύσει το Κράτος του Ισραήλ εκ των έσω».