Η Ουγγαρία προχώρησε στη δημοσιοποίηση δεκάδων χιλιάδων φακέλων των μυστικών υπηρεσιών της κομμουνιστικής περιόδου, αναρτώντας τους σε μια online δημόσια βάση δεδομένων. Η πρωτοβουλία αυτή ανοίγει ένα παράθυρο στο εκτεταμένο δίκτυο πληροφοριοδοτών και πρακτόρων που χρησιμοποιούσε το κομμουνιστικό καθεστώς για την παρακολούθηση των ουγγρικών πολιτών.
Η ιστορική αυτή κίνηση πραγματοποιείται περισσότερα από 36 χρόνια μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος και αποτελεί υλοποίηση της δέσμευσης που ανέλαβε ο πρωθυπουργός Πίτερ Μαγιάρ κατά την προεκλογική του εκστρατεία.
Η δημοσιοποίηση των μυστικών αρχείων ξεκίνησε στις 4 Νοεμβρίου 2026, ακριβώς 70 χρόνια από την είσοδο των σοβιετικών τανκς στη Βουδαπέστη για την καταστολή της ουγγρικής εξέγερσης του 1956.
«Υλοποιούμε τώρα, έπειτα από 36 χρόνια ... την υπόσχεση της αλλαγής του καθεστώτος», ανέφερε ο Πίτερ Μαγιάρ, τονίζοντας ότι περίπου 60.000 ονόματα είναι πλέον προσβάσιμα στο κοινό.
Περαιτέρω φάκελοι αναμένεται να δημοσιοποιηθούν τον Φεβρουάριο του 2027. Ωστόσο, τα αρχεία δεν είναι πλήρη, καθώς πολλοί φάκελοι καταστράφηκαν το 1956 κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, αλλά και την περίοδο 1988-1989.
«Ζητώ από όλους να μεταχειρισθούν αυτήν την πολύ καθυστερημένη δημοσιοποίηση των αρχείων με αξιοπρέπεια και ανθρωπιά ... καθώς πολλές οικογένειες θα βρεθούν τώρα αντιμέτωπες με δύσκολες πληροφορίες που θα σχετίζονται με κάποιο αποθανόν μέλος τους ... Είναι αδύνατη η αντιμετώπιση ενός τραύματος χωρίς συζήτηση και ερωτήσεις», δήλωσε ο ουγγρος πρωθυπουργός.
Παρά το τέλος του κομμουνιστικού καθεστώτος το 1989, η Ουγγαρία καθυστέρησε το άνοιγμα των φακέλων, οι οποίοι φυλάσσονται σε υπόγειο χώρο στη Βουδαπέστη, λόγω έλλειψης πολιτικής βούλησης από διαδοχικές κυβερνήσεις. Αυτό εμπόδισε την ουγγρική κοινωνία να συμφιλιωθεί με το κομμουνιστικό της παρελθόν.
Μέχρι σήμερα, μόνο οι ερευνητές και οι πολίτες που αιτούνταν πρόσβαση στους προσωπικούς ή συγγενικούς τους φακέλους είχαν δικαίωμα ενημέρωσης. Πλέον, όλοι έχουν τη δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης μέσω της online βάσης δεδομένων.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι υπηρεσίες μυστικής αστυνομίας στην ανατολική Ευρώπη, όπως η Stasi στην Ανατολική Γερμανία ή οι ουγγρικές υπηρεσίες ασφαλείας, βασίζονταν σε πληροφορίες από στρατολογημένους πληροφοριοδότες μέσω εκβιασμών, απειλών ή ανταμοιβών. Στην Ουγγαρία, μεταξύ 1956 και 1989, καταγράφηκαν περίπου 55.000 μυστικοί πληροφοριοδότες.
Οι πληροφοριοδότες παρακολουθούσαν φίλους, μέλη οικογενειών, γείτονες και συναδέλφους για ενδείξεις αντικαθεστωτικών τάσεων ή δυτικής επιρροής, με τις αναφορές τους να οδηγούν συχνά σε συλλήψεις και ανακρίσεις.
Πολλά διαμερίσματα στο κέντρο της Βουδαπέστης, γνωστά ως διαμερίσματα-Κ, λειτουργούσαν ως γιάφκες για μυστικές συναντήσεις μεταξύ πρακτόρων και πληροφοριοδοτών.
Το Ιστορικό Αρχείο της Ουγγρικής Κρατικής Ασφαλείας διαχειρίζεται τους φακέλους των κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας του κομμουνιστικού καθεστώτος, οι οποίοι περιλαμβάνουν τα ονόματα 50.000-60.000 πληροφοριοδοτών.
Η Πολωνία είχε ανοίξει τα αρχεία της νωρίτερα, αλλά δεν επιτρέπει ελεύθερες και χωρίς περιορισμούς αναζητήσεις, σε αντίθεση με την Ουγγαρία.
Αντίστοιχα, η Γερμανία ακολούθησε πιο περιοριστική προσέγγιση με τα αρχεία της Stasi, ενώ στην Τσεχική Δημοκρατία δεν έχει αναρτηθεί το σύνολο των φακέλων σε online βάση δεδομένων.
Ο ουγγρικός νόμος αναγνωρίζει ότι η κατανόηση του παρελθόντος και η διαφάνεια στους δημόσιους θεσμούς αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για τη λειτουργία ενός δημοκρατικού κράτους.
Κάποια στοιχεία των φακέλων θα παραμείνουν απόρρητα για την προστασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, όπως ιατρικά αρχεία, στοιχεία για εξαρτήσεις ή πληροφορίες για τη σεξουαλική κατεύθυνση των προσώπων.