Τουλάχιστον 69 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στο πιο πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Ισπανία από το 2013, όταν τραίνο συγκρούστηκε με άλλον συρμό που είχε ακινητοποιηθεί στις ράγες. Σύμφωνα με την προκαταρκτική έκθεση για το δυστύχημα, το τραίνο κινούνταν με ταχύτητα 160 χιλιομέτρων την ώρα, γεγονός που προκαλεί ανησυχία για την ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου.
Η ισπανική πολιτοφυλακή ανακοίνωσε ότι υπάρχουν 64 αγνοούμενοι, ενώ οι αρχές έχουν ολοκληρώσει 49 νεκροψίες-νεκροτομές και έχουν ταυτοποιήσει πέντε θύματα. Η Εστέρ Παντίγια, εκπρόσωπος της κυβέρνησης της περιφέρειας Καστίλης-Λα Μάντσα, δήλωσε στο τηλεοπτικό δίκτυο TVE ότι μεταξύ των ταυτοποιημένων είναι τρεις γυναίκες και δύο άνδρες.
Δεν έχει αποσαφηνιστεί ακόμη πόσοι από τους αγνοούμενους περιλαμβάνονται στους νεκρούς που δεν έχουν ταυτοποιηθεί. Το δυστύχημα σημειώθηκε λίγους μήνες μετά από άλλο παρόμοιο περιστατικό στην ίδια γραμμή, γεγονός που επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη συντήρηση και την ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου της Ισπανίας, του μεγαλύτερου στην Ευρώπη.
Η σύγκρουση συνέβη όταν έξι τραίνα σταμάτησαν αυτόματα λόγω βλάβης του συστήματος σηματοδότησης. Το κέντρο ελέγχου στη Μαδρίτη ανέλαβε τη διαχείριση της κυκλοφορίας και, σύμφωνα με τον υπουργό Μεταφορών Όσκαρ Πουέντε, έδωσε εντολή σε τραίνο της κρατικής εταιρείας Renfe να συνεχίσει την πορεία του, ενώ στην ίδια γραμμή παρέμενε ακινητοποιημένο τραίνο της ιδιωτικής εταιρείας Iryo.
Η εφημερίδα El Pais δημοσίευσε ηχητικό από τις επικοινωνίες με το κέντρο ελέγχου, όπου ακούγεται ελεγκτής να δίνει άδεια στο τραίνο της Renfe να συνεχίσει με κανονική ταχύτητα. Όπως επισημαίνει ο Πουέντε, αυτό παραβιάζει το πρωτόκολλο, που ορίζει μέγιστη ταχύτητα 40 χιλιομέτρων την ώρα σε τέτοιες περιπτώσεις.
Επιπλέον, ο ελεγκτής επέτρεψε στο τραίνο της Renfe, με 379 επιβάτες και επτά μέλη πληρώματος, να επανεκκινήσει πριν το τραίνο της Iryo, στο οποίο επέβαιναν 147 επιβάτες και πέντε μέλη πληρώματος, παρά το ότι το πρωτόκολλο ορίζει το αντίθετο.
Σύμφωνα με την προκαταρκτική έκθεση της Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής για την Τεχνική Διερεύνηση Ατυχημάτων και Περιστατικών (AITAT), «η αλληλουχία δυσλειτουργιών, οδηγιών και ενεργειών οδήγησε τελικά στη σύγκρουση, καθώς δεν υπήρχαν δικλείδες ασφαλείας». Η AITAT εκτιμά ότι το τραίνο της Renfe κινούνταν με ταχύτητα 160 έως 200 χιλιομέτρων την ώρα, ενώ η ακριβής ταχύτητα θα προσδιοριστεί όταν αναλυθούν τα δεδομένα από το «μαύρο κουτί».
Αυτόπτης μάρτυρας της τραγωδίας, ο Σεμπαστιάν Ερέρο, περιέγραψε: «Η σκηνή ήταν συγκλονιστική. Έβλεπες βαγόνια εντελώς καμένα, σαν να είχαν εκραγεί. Από μέσα έβγαιναν άνθρωποι σε πολύ άσχημη κατάσταση, ενώ άλλοι άρχιζαν να βγάζουν έξω πτώματα και να τα τοποθετούν ακριβώς εκεί, δίπλα στο σημείο όπου βρισκόμασταν εμείς».