Η στρατιωτική συμμαχία υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας ανακοίνωσε τις πρώτες πρωινές ώρες ότι κατέστρεψε ακόμη έναν βαλλιστικό πύραυλο, ο οποίος εκτοξεύτηκε από το υεμενίτικο κίνημα ανταρτών Ανσαραλά, γνωστό και ως Χούθι, που συνδέεται με το Ιράν. Ο πύραυλος εντοπίστηκε στον εναέριο χώρο του ανατολικού τμήματος του βασιλείου, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση.
Όπως δήλωσε μέσω X στις 02:45 ο εκπρόσωπος της συμμαχίας, συνταγματάρχης Τούρκι αλ Μάλκι, «η αντιαεροπορική άμυνα αναχαίτισε και κατέστρεψε έναν βαλλιστικό πύραυλο που εκτοξεύτηκε από την τρομοκρατική παραστρατιωτική οργάνωση των Χούθι προς την κατεύθυνση της ανατολικής επαρχίας».
Οι συγκρούσεις μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και της Ανσαραλά έχουν ενταθεί τις τελευταίες εβδομάδες. Το βασίλειο, που έχει επέμβει στον πόλεμο στην Υεμένη από τον Μάρτιο του 2015 στο πλευρό της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης, εξαπολύει καθημερινά βομβαρδισμούς σε θέσεις των ανταρτών. Οι αντάρτες ανταποκρίνονται με αυξημένες επιθέσεις σε σαουδαραβικούς στόχους, με έμφαση σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.
Πρόσφατα, οι αντάρτες επιτέθηκαν σε διυλιστήριο στη Ρας Τανούρα, που διαχειρίζεται η ARAMCO, καθώς και στο υπουργείο Άμυνας στο Ριάντ.
Σύμφωνα με το τηλεοπτικό δίκτυο Αλ Μασίρα, που πρόσκειται στο κίνημα, τουλάχιστον 14 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 15 τραυματίστηκαν από σαουδαραβικές αεροπορικές επιδρομές στην Υεμένη, με στόχο πρατήριο καυσίμων και αγορά στην παραμεθόρια επαρχία αλ Τζουφ.
Ενίσχυση της στρατηγικής σημασίας και διεθνείς αντιδράσεις
Η αναζωπύρωση του πολέμου στην Υεμένη από τον Ιούλιο, μετά από τέσσερα χρόνια σχετικής ηρεμίας, έχει δημιουργήσει νέο μέτωπο στη Μέση Ανατολή. Το κίνημα κατάφερε τον Σεπτέμβριο να καταλάβει τμήμα της υεμενίτικης ακτογραμμής στην Ερυθρά θάλασσα, εδραιώνοντας τον έλεγχό του στο στρατηγικής σημασίας στενό Μπαμπ ελ Μάντεμπ, το οποίο συνδέει την Ευρώπη με την Ασία μέσω της Διώρυγας του Σουέζ.
Από τις αρχές Οκτωβρίου, οι αντάρτες εξαπολύουν σχεδόν καθημερινά επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας. Το Ριάντ, αντιμετωπίζοντας την αυξανόμενη δραστηριότητα των ανταρτών που διατηρούν δεσμούς με την Τεχεράνη, επιδιώκει να εξασφαλίσει ευρύτερη διεθνή υποστήριξη, χωρίς ωστόσο να έχει υπάρξει ανταπόκριση από τον βασικό του σύμμαχο, τις ΗΠΑ.