Χωρίς κυβέρνηση παραμένει η «Φοιτητική Λίστα», καθώς, σύμφωνα με το Σύνταγμα, η νέα Βουλή δεν μπορεί να συγκροτηθεί πριν η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή (RIK) εξετάσει όλες τις ενστάσεις και επικυρώσει το εκλογικό αποτέλεσμα και τους εκλεγμένους βουλευτές. Η διαδικασία αυτή προβλέπεται να ολοκληρωθεί εντός δέκα ημερών από τη λήξη της εκλογικής διαδικασίας.
Μετά την επικύρωση των αποτελεσμάτων, ο πρόεδρος της Βουλής της προηγούμενης περιόδου έχει την υποχρέωση να συγκαλέσει την ιδρυτική συνεδρίαση της νέας Εθνοσυνέλευσης το αργότερο σε 30 ημέρες από την ανακήρυξη των τελικών αποτελεσμάτων.
Στη Σερβία, πρόεδρος της προηγούμενης Βουλής ήταν η 'Ανα Μπρνάμπιτς, η οποία από τις 27 Σεπτεμβρίου ασκεί καθήκοντα Προέδρου της Δημοκρατίας, έπειτα από την παραίτηση του Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Εάν η Μπρνάμπιτς επιλέξει να χρησιμοποιήσει το μέγιστο χρονικό περιθώριο, η συγκρότηση κυβέρνησης από τη «Φοιτητική Λίστα» μπορεί να καθυστερήσει έως και έναν μήνα.
Η απερχόμενη πολιτική ηγεσία εξακολουθεί να διατηρεί τον έλεγχο της εξουσίας. Το κόμμα του Αλεξάνταρ Βούτσιτς παραμένει με ισχυρή επιρροή στη διακυβέρνηση και στους κρατικούς μηχανισμούς, όπως η εισαγγελία και οι δυνάμεις ασφαλείας, γεγονός που αυξάνει την ανησυχία στην κοινωνία και εντείνει τις κοινωνικές εντάσεις.
Το βράδυ της Δευτέρας, ομάδα πολιτών εισέβαλε στο τηλεοπτικό κανάλι Informer, διακόπτοντας την εκπομπή του ιδιοκτήτη Ντράγκαν Βουτσίτσεβιτς και απαιτώντας να ζητήσει συγγνώμη για τη στάση του τα τελευταία δύο χρόνια. Μετά από έντονη αντιπαράθεση, οι διαδηλωτές απομάκρυναν τον Βουτσίτσεβιτς από τον χώρο.
Με την άφιξη της αστυνομίας, ξέσπασαν επεισόδια, με πολίτες να πετούν πέτρες και να προκαλούν φθορές στη βιτρίνα του σταθμού. Το Informer λειτουργούσε ως βασικό προπαγανδιστικό μέσο του Αλεξάνταρ Βούτσιτς και, κατά τη διάρκεια της φοιτητικής εξέγερσης, στοχοποιούσε φοιτητές και ακτιβιστές, παρουσιάζοντάς τους ως εχθρούς του κράτους και ξένους πράκτορες.
Το κανάλι δημοσίευε φωτογραφίες και προσωπικά δεδομένα διαδηλωτών, ενώ στόχευε και δημοσιογράφους που διαφωνούσαν με το καθεστώς, προβάλλοντας ιδιωτικές τους στιγμές και τα μέλη των οικογενειών τους, χαρακτηρίζοντάς τους ως «πληρωμένους από τη Δύση». Πριν τρεις μήνες, δημοσιογράφος-αναλυτής αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα όταν το κανάλι μετέδωσε βίντεο της ανήλικης κόρης του.
Στις οθόνες του σταθμού εμφανίζονταν φωτοτυπίες διαβατηρίων ξένων δημοσιογράφων, ενισχύοντας το κυβερνητικό αφήγημα περί ξένων επιρροών στη φοιτητική εξέγερση. Χαρακτηριστικό είναι ότι η ταμπλόιντ εφημερίδα του Βουτσίτσεβιτς είχε πρωτοσέλιδο «Η Ουκρανία επιτέθηκε στη Ρωσία» με την έναρξη της ρωσικής εισβολής.
Για τη δραστηριότητα αυτή, η Ανεξάρτητη Ένωση Συντακτών (NUNS) έχει ζητήσει επανειλημμένα την αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του καναλιού, αίτημα που κατέθεσε εκ νέου σήμερα στη Ρυθμιστική Αρχή Ηλεκτρονικών Μέσων (REM).
Η «Φοιτητική Λίστα» καταδίκασε την εισβολή στο Informer, καλώντας τους πολίτες να αποφεύγουν εκδικητικές ενέργειες: «Δεν υποστηρίζουμε εισβολές σε μέσα ενημέρωσης και θεσμούς, ούτε τις προκαλούμε. Θα απελευθερώσουμε τα μέσα ενημέρωσης και θα αγωνιστούμε για την ελευθερία του Τύπου και την επαγγελματική δημοσιογραφία μόνο μέσα από τους θεσμούς και το κοινοβούλιο».
Ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς αντέδρασε άμεσα, χαρακτηρίζοντας την ενέργεια ως «επιδρομή» και κάνοντας λόγο για πρωτοφανή βία κατά της ελευθερίας της έκφρασης.
Το ίδιο βράδυ, επιχειρήθηκε εισβολή διαδηλωτών και στον τηλεοπτικό σταθμό Pink, επίσης βασικό μέσο προπαγάνδας της απερχόμενης κυβέρνησης, με την αστυνομία να αποτρέπει την είσοδο στο κτίριο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η δημόσια τηλεόραση της Βοϊβοντίνας (RTV) ζήτησε δημόσια συγγνώμη για τη μεροληπτική στάση της τα προηγούμενα χρόνια.
Οι φοιτητές απέστειλαν σήμερα ανοιχτή επιστολή προς τη δημόσια τηλεόραση (RTS) και τη Ρυθμιστική Αρχή Ηλεκτρονικών Μέσων (REM), ζητώντας τις παραιτήσεις της διοίκησης και των αρχισυντακτών της RTS.