Σημαντική ανησυχία για το βιοτικό επίπεδο στη Γερμανία και την ευρύτερη οικονομική πορεία της Ευρώπης εξέφρασε ο διακεκριμένος οικονομολόγος Χανς-Βέρνερ Ζιν, σε συνέντευξή του στην BILD. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα επόμενα χρόνια το βιοτικό επίπεδο στη χώρα αναμένεται να υποχωρήσει αισθητά, ενώ επέκρινε τόσο τις μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης του Φρίντριχ Μερτς όσο και τις ευρωπαϊκές πολιτικές.
Ο Χανς-Βέρνερ Ζιν, πρώην πρόεδρος του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών Ifo του Μονάχου, απέδωσε την απαισιοδοξία του κυρίως στον πόλεμο στην Ουκρανία, τις αυξημένες τιμές ενέργειας και τα «υπερβολικά» μέτρα για το περιβάλλον. Όπως σημείωσε, «υπάρχει μεγάλη ανησυχία παγκοσμίως για το τι συμβαίνει στη Γερμανία και την Ευρώπη».
Σχολιάζοντας την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, τόνισε ότι η όποια ανάπτυξη παρατηρείται δεν είναι διαρθρωτική, καθώς στηρίζεται κυρίως σε νέο χρέος, γεγονός που θεωρεί επικίνδυνο. Υπογράμμισε πως αν συνεχιστεί αυτή η πορεία, η πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας θα τεθεί υπό αμφισβήτηση, ενώ χαρακτήρισε τις μεταρρυθμίσεις του κ. Μερτς ανεπαρκείς ως προς τη φορολογία και την αγορά εργασίας.
Ο οικονομολόγος εμφανίστηκε επικριτικός και προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, ειδικά για τους κανονισμούς που αφορούν τις εκπομπές CO2, τους οποίους χαρακτήρισε ως «επίθεση στην καρδιά της βιομηχανίας» και ιδιαίτερα επιζήμιους για την αυτοκινητοβιομηχανία. Παράλληλα, περιέγραψε ως «έργο του διαβόλου» τους κανόνες για τις αλυσίδες εφοδιασμού και επεσήμανε το πλήγμα που δέχεται η ευρωπαϊκή παραγωγή από την κλιματική πολιτική.
Αναφερόμενος στην απόφαση της Audi να ιδρύσει εργοστάσιο στις ΗΠΑ, ο κ. Ζιν τη χαρακτήρισε ορθή, εξηγώντας ότι η πολιτική της ΕΕ για το κλίμα αποθαρρύνει πλέον τους κατασκευαστές αυτοκινήτων στην Ευρώπη. Επίσης, επέκρινε τα σχέδια της Αριστεράς στο Βερολίνο για απαλλοτρίωση ιδιωτικών εταιριών ακινήτων, προειδοποιώντας πως τέτοιες κινήσεις απομακρύνουν τους μεγάλους επενδυτές και πλήττουν το κοινό καλό.
Τέλος, ο Χανς-Βέρνερ Ζιν εξέφρασε την απογοήτευσή του για την κατάσταση στην παιδεία της Γερμανίας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για περισσότερους πόρους και υψηλότερους μισθούς στους εκπαιδευτικούς, ώστε να διασφαλιστεί η ποιότητα των σχολείων.