Δύο ισχυρές εκρήξεις σημειώθηκαν τις πρώτες πρωινές ώρες στο Ριάντ, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες από την πρωτεύουσα της Σαουδικής Αραβίας. Οι εντάσεις παραμένουν υψηλές, καθώς το υεμενίτικο κίνημα ανταρτών Ανσαραλά (γνωστό και ως Χούθι), που υποστηρίζεται από το Ιράν, συνεχίζει να εξαπολύει επιθέσεις κατά του βασιλείου.
Η σαουδαραβική πολιτική άμυνα ανακοίνωσε πως ενεργοποιήθηκε το σύστημα συναγερμού για την έγκαιρη προειδοποίηση των πολιτών σχετικά με πιθανή απειλή. Η κινητοποίηση αυτή ήρθε λίγο πριν ακουστούν οι εκρήξεις στην πόλη.
Εκπρόσωπος της στρατιωτικής συμμαχίας υπό τη Σαουδική Αραβία, η οποία συμμετέχει στον πόλεμο της Υεμένης στο πλευρό της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης, δήλωσε πως αναχαιτίστηκαν ένα μη επανδρωμένο εναέριο όχημα (drone) και ένας βαλλιστικός πύραυλος.
Όπως ανέφερε ο συνταγματάρχης Νούρι αλ Μάλκι, «αναχαιτίστηκε και καταστράφηκε drone στην ανατολική περιφέρεια», ενώ στη συνέχεια συμπλήρωσε πως «η αντιαεροπορική άμυνα αναχαίτισε και κατέστρεψε βαλλιστικό πύραυλο που εκτοξεύτηκε από την τρομοκρατική παραστρατιωτική οργάνωση των Χούθι εναντίον του Ριάντ».
Το κίνημα Ανσαραλά έχει εντείνει τις επιθέσεις του κατά της Σαουδικής Αραβίας από την αρχή του μήνα, με το πρόσφατο πλήγμα στο διεθνές αεροδρόμιο του Ριάντ να είναι το πλέον φονικό των τελευταίων ετών.
Ωστόσο, το κίνημα διαψεύδει κάποιες από τις κατηγορίες του Ριάντ για επιθέσεις με drones και πυραύλους κατά του βασιλείου, το οποίο παραμένει ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου παγκοσμίως.
Η Σαουδική Αραβία παρενέβη στρατιωτικά στον πόλεμο της Υεμένης τον Μάρτιο του 2015, ηγούμενη διεθνούς συμμαχίας, έναν χρόνο μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης, όταν η Ανσαραλά κατέλαβε την πρωτεύουσα Σανάα και μεγάλες περιοχές στο νότο.
Μετά από μια εύθραυστη ανακωχή τεσσάρων ετών, οι συγκρούσεις στην Υεμένη αναζωπυρώθηκαν τον Ιούλιο, λίγους μήνες μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή με την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, γεγονός που όξυνε περαιτέρω την αστάθεια στην περιοχή.
Ο πόλεμος στην Υεμένη έχει προκαλέσει τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και έχει οδηγήσει τη χώρα σε μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως.