Τη σημασία της επίλυσης των θαλάσσιων διαφορών μέσω καλόπιστων διαπραγματεύσεων υπογραμμίζει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, απαντώντας σε ερώτημα σχετικά με την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, που έχει την έδρα της στο ανατολικό τμήμα της χώρας.
Στην τοποθέτησή του, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών αποφεύγει να λάβει ρητή θέση για τη νομιμότητα του μνημονίου ή για την απόφαση του λιβυκού κοινοβουλίου. Αντίθετα, επισημαίνει τα οφέλη που μπορεί να προκύψουν από τη διευθέτηση των θαλάσσιων ζητημάτων, ειδικά για τις επενδύσεις και τις έρευνες στην περιοχή, ενώ ενθαρρύνει την Ελλάδα και την Τουρκία να επιδιώξουν λύσεις σε διμερές επίπεδο.
«Ενθαρρύνουμε τους εταίρους μας στην Ανατολική Μεσόγειο να επιλύουν τις θαλάσσιες διαφορές τους μέσω καλόπιστων διαπραγματεύσεων», αναφέρει χαρακτηριστικά το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
«Η επίλυση των θαλάσσιων ζητημάτων εξυπηρετεί τα συμφέροντα κάθε πλευράς και ανοίγει τον δρόμο για εμπορικές επενδύσεις και έρευνες που θα ωφελήσουν ολόκληρη την περιοχή της Μεσογείου», προστίθεται στην ανακοίνωση.
Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών αναφέρεται επίσης στην Ελλάδα και την Τουρκία, σημειώνοντας ότι «η Ελλάδα και η Τουρκία είναι αμφότερες σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ. Τις ενθαρρύνουμε να συζητήσουν σε διμερές επίπεδο για την αντιμετώπιση των όποιων διαφωνιών τους».
Υπενθυμίζεται ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης ενέκρινε στις 20 Οκτωβρίου το μνημόνιο του 2019 για τη θαλάσσια οριοθέτηση μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης. Η Αθήνα απέρριψε την απόφαση, υπογραμμίζοντας πως το μνημόνιο αντίκειται στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας και παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα κρατών της περιοχής.
Αντίστοιχη στάση τήρησε και η Ευρωπαϊκή Ένωση, εκφράζοντας έντονη δυσαρέσκεια για την κύρωση. Σε δήλωση της Ύπατης Εκπροσώπου εξ ονόματος της ΕΕ, στις 21 Οκτωβρίου, τονίζεται ότι το μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το δίκαιο της θάλασσας και δεν μπορεί να επιφέρει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη.