Σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα των γαλλικών υπηρεσιών πληροφοριών προκάλεσε το χάος που σημειώθηκε στις πρόσφατες κινητοποιήσεις κατά του υψηλού κόστους διαβίωσης, καθώς οι εκτιμήσεις τους αποδείχθηκαν εκτός πραγματικότητας. Παρά τις διαβεβαιώσεις ότι η 17η Οκτωβρίου «δεν θα ήταν η μεγάλη νύχτα», οι δρόμοι της Γαλλίας μετατράπηκαν σε σκηνικό έντασης και βίας, με τις αρχές να δέχονται σφοδρή κριτική για την αδυναμία πρόβλεψης και ελέγχου της κατάστασης.
Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί Εσωτερικών και Δικαιοσύνης, Λοράν Νουνιές και Ζεράλντ Νταρμανέν, παραδέχθηκαν δημόσια την «αστοχία των υπηρεσιών πληροφοριών» και την «έλλειψη πρόβλεψης» για την πραγματική έκταση των κινητοποιήσεων.
Οι αρχικές εκτιμήσεις έκαναν λόγο για 150.000 διαδηλωτές στην περιφέρεια και 80.000 στο Παρίσι, ωστόσο τα επίσημα στοιχεία ανέδειξαν συμμετοχή 550.000 ατόμων, εκ των οποίων 110.000 στην πρωτεύουσα. Πολλές πόλεις, όπως το Παρίσι, η Λιόν, η Μασσαλία και η Λιμόζ, βρέθηκαν στο επίκεντρο επεισοδίων, με τις δυνάμεις ασφαλείας να μην καταφέρνουν να διαχειριστούν την κατάσταση.
Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί χαρακτήρισε την κατάσταση ως «μπάχαλο», ενώ ο Ζεράλντ Νταρμανέν τόνισε πως η γαλλική υπηρεσία πληροφοριών παραμένει «κορυφαία» στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, αλλά δυσκολεύεται να διαχειριστεί τις κινητοποιήσεις της ακροαριστεράς.
Το φαινόμενο της υποτίμησης της δυναμικής των κινημάτων δεν είναι καινούργιο, όπως φάνηκε και κατά τις διαδηλώσεις των «κίτρινων γιλέκων» το 2018 και τις ταραχές του Ιουνίου 2023, όταν οι υπηρεσίες πληροφοριών δεν κατάφεραν να προβλέψουν την κλίμακα των αντιδράσεων.
Την περασμένη Πέμπτη, οι αρμόδιες υπηρεσίες προέβλεπαν επεισόδια στις πορείες, με το ακροαριστερό κίνημα να επιχειρεί να προκαλέσει εκτροπές και καταστροφές, χωρίς όμως να παρέχουν ακριβή ποσοτικά στοιχεία.
Σύμφωνα με ανώτερο αξιωματικό της αστυνομίας, η αδυναμία αξιολόγησης των κινημάτων αποδίδεται στην «απώλεια της κουλτούρας της πληροφορίας», μετά τη διάλυση της υπηρεσίας γενικών πληροφοριών το 2008 και την αποχώρηση έμπειρων στελεχών.
Επιπλέον, όπως επισημαίνεται, οι υπηρεσίες στερούνται επαρκών νομικών εργαλείων για να παρακάμψουν την κρυπτογράφηση εφαρμογών μηνυμάτων, ενώ το προσωπικό δεν επαρκεί για να επαληθεύει τις πληροφορίες από τα κοινωνικά δίκτυα.
Η διάδοση ψευδών ειδήσεων, αλλά και η χρήση φυλλαδίων που παράγονται από τεχνητή νοημοσύνη, δυσχεραίνουν το έργο της ανάλυσης, σύμφωνα με πηγές των υπηρεσιών ασφαλείας.
Οι αρχές διαπίστωσαν επίσης ότι το κίνημα είχε απήχηση στους μαθητές λυκείου και τους νέους των λαϊκών συνοικιών, γεγονός που ενίσχυσε τη μαζικότητα των κινητοποιήσεων.
Η συμμαχία μεταξύ ακροαριστεράς, ριζοσπαστικής αριστεράς και νέων από τις συνοικίες χαρακτηρίζεται ως πρωτοφανής, ενώ το δίκτυο TikTok και το Telegram λειτούργησαν ως «επιταχυντές» τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια των γεγονότων.
Πηγές των υπηρεσιών ασφαλείας κάνουν λόγο για «αυθόρμητη και μη οργανωμένη έκρηξη οργής», υπογραμμίζοντας τη δυσκολία έγκαιρης και ακριβούς πρόβλεψης τέτοιων φαινομένων.