Την προτεραιότητα στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής διαχείρισης της μετανάστευσης, με έμφαση στην προστασία των εξωτερικών συνόρων, την επιτάχυνση των επιστροφών και την αντιμετώπιση αιφνίδιων μαζικών αφίξεων, θέτει η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σε επιστολή της προς τους Ευρωπαίους ηγέτες, ενόψει της Συνόδου Κορυφής που θα πραγματοποιηθεί στις 15 και 16 Οκτωβρίου στις Βρυξέλλες.
Στην επιστολή, η πρόεδρος της Επιτροπής υπογραμμίζει ότι οι παράτυπες διελεύσεις των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ έχουν υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2021, σημειώνοντας μείωση κατά 55% τα τελευταία δύο χρόνια και πάνω από ένα τρίτο το 2026. Παράλληλα, καταγράφεται μείωση στις αιτήσεις ασύλου και στις μη επιτρεπόμενες δευτερογενείς μετακινήσεις εντός της Ένωσης, ενώ οι επιστροφές αυξάνονται.
Παρά τις θετικές εξελίξεις, τα γεγονότα του καλοκαιριού, όπως η κρίση στη Θεούτα, ανέδειξαν πόσο γρήγορα οι αιφνίδιες μαζικές αφίξεις μπορούν να ασκήσουν πίεση στα εξωτερικά σύνορα, με σημαντικό ανθρώπινο κόστος. Οι μεταναστευτικές πιέσεις εξακολουθούν να εκδηλώνονται από τη Μεσόγειο έως τα ανατολικά σύνορα της ΕΕ.
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προσδιορίζει πέντε βασικές προτεραιότητες για τη μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ:
Πρώτον, την πλήρη εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, ζητώντας από τα κράτη-μέλη να εφαρμόσουν τους σχετικούς κανόνες για την εξέταση αιτήσεων ασύλου και τις μεταφορές αιτούντων, με δίκαιη κατανομή ευθυνών και αλληλεγγύη. Τονίζει, επίσης, την ανάγκη περιορισμού των μη επιτρεπόμενων δευτερογενών μετακινήσεων και την αποκατάσταση της πλήρους λειτουργίας της ζώνης Σένγκεν.
Δεύτερον, την ενίσχυση της Frontex και των εξωτερικών συνόρων, με αναβάθμιση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της υπηρεσίας, δημιουργία δύναμης ταχείας αντίδρασης και Κέντρου Συντονισμού Επιστροφών. Η Επιτροπή προωθεί σχέδιο πέντε σημείων για την πρόληψη και αντιμετώπιση αιφνίδιων μαζικών αφίξεων, με έμφαση στην επιτήρηση, την έγκαιρη προειδοποίηση και τη συνεργασία με τρίτες χώρες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της επιστολής, μέσω του Συστήματος Εισόδου-Εξόδου έχουν καταγραφεί πάνω από 204 εκατομμύρια είσοδοι και έξοδοι, περισσότερες από 69.000 αρνήσεις εισόδου και πάνω από 1.750 περιπτώσεις ατόμων που θεωρήθηκαν απειλή για την εσωτερική ασφάλεια. Τα κράτη-μέλη που δεν έχουν ολοκληρώσει το σύστημα καλούνται να το πράξουν έως το τέλος του έτους.
Τρίτον, τη διαμόρφωση νέου ευρωπαϊκού πλαισίου αντιμετώπισης εκτάκτων καταστάσεων, ώστε να συμπληρώνει τους υφιστάμενους κανόνες και να επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση συνόρων και διαδικασιών ασύλου όταν απαιτείται άμεση δράση. Στόχος είναι η προστασία της ακεραιότητας των εξωτερικών συνόρων, της δημόσιας τάξης και της εσωτερικής ασφάλειας, αλλά και η αντιμετώπιση της εργαλειοποίησης της μετανάστευσης.
Τέταρτον, την αύξηση των επιστροφών όσων δεν δικαιούνται να παραμείνουν στην ΕΕ, καθώς το ποσοστό επιστροφών παραμένει «υπερβολικά χαμηλό» στο 32%. Η πρόεδρος της Επιτροπής ζητά την ταχεία εφαρμογή του νέου κανονισμού για τις επιστροφές, την ψηφιοποίηση των διαδικασιών και την ενισχυμένη συνεργασία με τις χώρες προέλευσης για την επανεισδοχή των υπηκόων τους.
Πέμπτον, την ενίσχυση της εξωτερικής διάστασης της μεταναστευτικής πολιτικής, με στενότερες συμπράξεις με τις χώρες προέλευσης και διέλευσης για την πρόληψη της παράτυπης μετανάστευσης και την καταπολέμηση των δικτύων διακίνησης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Λιβύη, που παραμένει η κυριότερη χώρα αναχώρησης μεταναστών προς την ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προαναγγέλλει συνέχιση της συνεργασίας με τη χώρα, με στόχο την ενίσχυση της διαχείρισης των συνόρων και των επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης, καθώς και την καταπολέμηση της διακίνησης μεταναστών.
Στο πλαίσιο αυτό, υπεγράφη πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους 25 εκατ. ευρώ για την επέκταση σχετικών δράσεων στην ανατολική Λιβύη. Παράλληλα, η ΕΕ στηρίζει, σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης, τις οικειοθελείς επιστροφές μεταναστών από τη Λιβύη στις χώρες καταγωγής τους, επιδιώκοντας τον περιορισμό των ροών με τελικό προορισμό την παράτυπη είσοδο στην Ένωση.