Ο πρώην προπονητής της ολυμπιακής ομάδας κολύμβησης της Ιρλανδίας, Τζορτζ Γκίμπνεϊ, καταδικάστηκε σε 15 έτη και έξι μήνες φυλάκισης από δικαστήριο του Δουβλίνου, μετά από καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση τεσσάρων κοριτσιών ηλικίας 8 έως 13 ετών, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1970 και του 1980. Η υπόθεση αφορά συνολικά 39 κατηγορίες σεξουαλικών επιθέσεων και μία απόπειρα βιασμού, που διαπράχθηκαν μεταξύ 1971 και 1981.
Ο Τζορτζ Γκίμπνεϊ είχε διατελέσει προπονητής της ιρλανδικής ομάδας κολύμβησης στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ το 1988, ενώ προηγουμένως είχε καθοδηγήσει αθλητές στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες το 1984. Ο δικαστής χαρακτήρισε τον Γκίμπνεϊ ως «χειριστικό άνθρωπο», επισημαίνοντας ότι εκμεταλλεύτηκε τη θέση εξουσίας του ως προπονητής για να διαπράξει συστηματικές επιθέσεις με συμπεριφορά «σεξουαλικού θηρευτή».
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δίκης, οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες τοποθεσίες, όπως το αυτοκίνητο του Γκίμπνεϊ κατά τη μεταφορά των παιδιών στην προπόνηση, το γραφείο του, αλλά και στο σπίτι του, όπου επιτέθηκε σε δύο αδελφές την ώρα που πρόσεχαν τα παιδιά του.
Το 1993, ο Τζορτζ Γκίμπνεϊ είχε ήδη αντιμετωπίσει 27 κατηγορίες για σεξουαλικές επιθέσεις σε βάρος παιδιών, ωστόσο κατάφερε να ακυρώσει τη δίωξη επικαλούμενος παραγραφή. Τα θύματα αφιέρωσαν δεκαετίες στην αναζήτηση δικαίωσης μετά την εγκατάλειψη της αρχικής δικαστικής διαδικασίας.
Καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης έπαιξε ένα podcast του BBC το 2020, το οποίο οδήγησε στον εντοπισμό του Γκίμπνεϊ στη Φλόριντα. Αυτό προκάλεσε νέες καταγγελίες και την επανέναρξη της έρευνας από την ιρλανδική αστυνομία. Ο Γκίμπνεϊ συνελήφθη στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2025 και εκδόθηκε στην Ιρλανδία για να δικαστεί.