Σε σίριαλ χωρίς τέλος εξελίσσεται η αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ιράν για τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ, με την Τεχεράνη να θέτει αυστηρούς όρους για την επαναλειτουργία του και την Ουάσιγκτον να εντείνει την οικονομική πίεση.
Το διπλωματικό αδιέξοδο προκαλεί ισχυρούς κραδασμούς στην παγκόσμια αγορά ενέργειας και ναυτιλίας, εκτοξεύοντας τους ημερήσιους ναύλους των μεγάλων δεξαμενόπλοιων πάνω από τα 720.000 δολάρια και δημιουργώντας νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Η Τεχεράνη διαμηνύει ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει την πλήρη επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ χωρίς την προηγούμενη ικανοποίηση των όρων της, παρά την απόρριψη της πρόσφατης ιρανικής πρότασης από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Την ίδια ώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες διευρύνουν τις κυρώσεις σε βάρος του Ιράν, επιδιώκοντας να περιορίσουν τη διεθνή οικονομική και εμπορική δραστηριότητά του.
Το στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα, από το οποίο πριν από την έναρξη του πολέμου διερχόταν περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων υδρογονανθράκων, έχει μετατραπεί σε επίκεντρο της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Η παρατεταμένη διαταραχή της ναυσιπλοΐας, οι αυξημένοι κίνδυνοι για τα εμπορικά πλοία και η αναζήτηση εναλλακτικών διαδρομών μεταφοράς πετρελαίου ανατρέπουν τις ισορροπίες στη διεθνή ναυτιλία.
To Αl Jazeera αναφέρει πως σύμφωνα με την κρατική τηλεόραση του Ιράν IRIB, ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί ξεκαθάρισε ότι οι όροι της Τεχεράνης για την επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ είναι συγκεκριμένοι και δεν πρόκειται να εγκαταλειφθούν. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το Ιράν παραμένει ανοιχτό στη διπλωματία και στις διαπραγματεύσεις, χωρίς ωστόσο να είναι διατεθειμένο να παραιτηθεί από όσα θεωρεί κυριαρχικά και οικονομικά του δικαιώματα.
Η ιρανική πλευρά είχε υποβάλει, μέσω του Κατάρ, πρόταση προς την Ουάσιγκτον για την επαναλειτουργία του θαλάσσιου περάσματος εντός επτά ημερών από την αποδοχή της. Ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν ανέφερε ότι το σχέδιο καταρτίστηκε σε συντονισμό με τον ανώτατο ηγέτη Μοτζταμπά Χαμενεΐ, ενώ συγκροτήθηκε εξαμελής ομάδα με αρμοδιότητα τη λήψη αποφάσεων.
Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε δημόσια την πρόταση, υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη επιδιώκει συμφωνία λόγω της δυσμενούς θέσης στην οποία έχει περιέλθει. Η απόρριψη δεν οδήγησε σε άμεση αποχώρηση του Ιράν από τις διαπραγματεύσεις, καθώς ο Αραγτσί δήλωσε ότι αναμένει ενημέρωση από τους μεσολαβητές για τις οριστικές αμερικανικές θέσεις.
Στις βασικές απαιτήσεις της Τεχεράνης περιλαμβάνονται η αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων που παραμένουν παγωμένα στο εξωτερικό και η άρση των οικονομικών κυρώσεων. Παράλληλα, σύμφωνα με εκπρόσωπο των Φρουρών της Επανάστασης, στους όρους εντάσσεται και ο τερματισμός των συγκρούσεων στην Υεμένη, γεγονός που συνδέει την επαναλειτουργία του Ορμούζ με την ευρύτερη περιφερειακή ασφάλεια.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από την παρουσία των Χούθι στην Υεμένη και τον έλεγχό τους σε περιοχές κοντά στο Μπαμπ ελ Μάντεμπ, ένα δεύτερο στρατηγικό πέρασμα για τη διεθνή ναυσιπλοΐα, που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό.
Προειδοποιήσεις προς τα πλοία και ενίσχυση των αμερικανικών κυρώσεων
Στο μεταξύ σύμφωνα με το Reuters, η αρχή που έχει συσταθεί από το Ιράν για τη διαχείριση του Στενού του Ορμούζ προειδοποίησε τις ναυτιλιακές εταιρείες για τις συνέπειες της χρήσης διαδρομών που η Τεχεράνη χαρακτηρίζει παράνομες. Όπως ανέφερε σε ανακοίνωσή της, οι παραβιάσεις ενδέχεται να προκαλέσουν οικονομικές απώλειες, να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή και να οδηγήσουν σε περιορισμούς στις μελλοντικές διελεύσεις των εμπλεκόμενων πλοίων.
Η προειδοποίηση ενισχύει την αβεβαιότητα για τις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές, καθώς η σύγκρουση που ξέσπασε μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου έχει οδηγήσει σε σοβαρούς περιορισμούς της ναυσιπλοΐας. Παράλληλα, ο αμερικανικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών και οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία επιβαρύνουν περαιτέρω το περιβάλλον ασφάλειας.
Στο οικονομικό μέτωπο, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε την εντατικοποίηση των διεθνών προσπαθειών για την απομόνωση του Ιράν. Ειδικές ομάδες του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών έχουν αποσταλεί σε διάφορες χώρες, προωθώντας πρόσθετους περιορισμούς σε ιρανικές τράπεζες, αεροπορικές εταιρείες και επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τον Μπέσεντ, η Τουρκία και το Ομάν ανέστειλαν τις πτήσεις της ιρανικής Mahan Air, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προχώρησαν σε ευρύτερους περιορισμούς στις ιρανικές αερομεταφορές. Παράλληλα, η κεντρική τράπεζα των ΗΑΕ περιόρισε τις συναλλαγές της ιρανικής τράπεζας Melli, ενώ οι τουρκικές εποπτικές αρχές αφαίρεσαν την άδεια λειτουργίας της τράπεζας Mellat.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει τη διεύρυνση της διεθνούς συνεργασίας για την εφαρμογή των κυρώσεων, με τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών να αναφέρει ότι έχει πραγματοποιήσει επαφές με περισσότερες από 50 χώρες. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής αντιμετωπίζει περιορισμούς, κυρίως λόγω της στάσης της Κίνας, η οποία εξακολουθεί να διατηρεί οικονομικές σχέσεις με το Ιράν και να απορρίπτει τις αμερικανικές πιέσεις.
Εκτόξευση των ναύλων και ιστορικές ανατιμήσεις στα VLCC
Όπως αναφέρει το Bloomberg, οι γεωπολιτικές αναταράξεις έχουν ήδη προκαλέσει σημαντικές ανακατατάξεις στην παγκόσμια αγορά δεξαμενόπλοιων. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα πλοίων, οι μεγαλύτερες αποστάσεις μεταφοράς πετρελαίου και η αυξημένη ζήτηση για εναλλακτικές διαδρομές έχουν οδηγήσει σε εντυπωσιακή άνοδο των ναύλων των πολύ μεγάλων δεξαμενόπλοιων τύπου VLCC.
Σύμφωνα με στοιχεία του Baltic Exchange που παραθέτει η Xclusiv Shipbrokers, οι μέσοι ημερήσιοι ναύλοι των VLCC διαμορφώθηκαν στα 198.000 δολάρια τον Ιούλιο, αυξήθηκαν στα 272.000 δολάρια τον Αύγουστο και έφτασαν τα 449.000 δολάρια κατά το πρώτο μισό του Σεπτεμβρίου.
Η εκτόξευση των ναύλων VLCC
Στις 18 Σεπτεμβρίου, ο σχετικός δείκτης εκτινάχθηκε στα 722.946 δολάρια ημερησίως, έναντι 79.700 δολαρίων την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 807,1%.
Η εντυπωσιακή άνοδος των ναύλων έχει μεταφερθεί και στις αξίες των μεταχειρισμένων δεξαμενόπλοιων. Σύμφωνα με την Xclusiv Shipbrokers, μεταξύ 10 Ιουλίου και 18 Σεπτεμβρίου, η αξία ενός VLCC ηλικίας πέντε ετών αυξήθηκε από 145 εκατ. σε 172 εκατ. δολάρια, σημειώνοντας άνοδο 18,6%.
Ακόμη μεγαλύτερες ανατιμήσεις καταγράφονται στα παλαιότερα πλοία. Η αξία ενός VLCC ηλικίας δέκα ετών ενισχύθηκε κατά περισσότερο από 32%, φτάνοντας τα 152 εκατ. δολάρια, ενώ στα δεξαμενόπλοια ηλικίας 15 ετών η αύξηση άγγιξε το 62%, με τις τιμές να διαμορφώνονται στα 135 εκατ. δολάρια.
Το ενδιαφέρον των αγοραστών στρέφεται ολοένα περισσότερο στον υφιστάμενο στόλο, καθώς οι μεγάλοι χρόνοι παράδοσης των νεότευκτων δεξαμενόπλοιων περιορίζουν τις διαθέσιμες επιλογές. Από τις αρχές του έτους έως τις 14 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκαν 103 αγοραπωλησίες VLCC, εκ των οποίων οι 75 αφορούσαν πλοία ηλικίας 11 έως 20 ετών.
Τα υψηλά έσοδα περιορίζουν παράλληλα την προθυμία των πλοιοκτητών να πουλήσουν τα πλοία τους, εκτός εάν εξασφαλίσουν ιδιαίτερα υψηλά τιμήματα. Η τάση αυτή ενισχύει περαιτέρω τις αξίες των μεταχειρισμένων δεξαμενόπλοιων, δημιουργώντας ωστόσο μια αγορά ιδιαίτερα ευάλωτη στις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Οι συνέπειες επεκτείνονται πέρα από τη ναυτιλία. Το αυξημένο κόστος μεταφοράς πετρελαίου επηρεάζει τις διεθνείς τιμές ενέργειας, επιβαρύνει τις ενεργοβόρες βιομηχανίες και δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για τον πληθωρισμό, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα.
Η πορεία της αγοράς συνδέεται πλέον άμεσα με τις διπλωματικές εξελίξεις γύρω από το Ιράν. Μια ενδεχόμενη συμφωνία και η αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στο Στενό θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αποκλιμάκωση των ναύλων και διόρθωση των αξιών των δεξαμενόπλοιων. Αντίθετα, η παράταση του αδιεξόδου, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των αμερικανικών κυρώσεων, ενδέχεται να διατηρήσει τις πιέσεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές και στο κόστος των θαλάσσιων μεταφορών.
Έτσι, το Στενό παραμένει όχι μόνο το επίκεντρο μιας επικίνδυνης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά και καθοριστικός παράγοντας για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.