Τα νέα περιστατικά βιασμών στην Ινδία έχουν αναζωπυρώσει τη δημόσια συζήτηση γύρω από την ασφάλεια των γυναικών και την αποτελεσματικότητα των νομοθετικών μεταρρυθμίσεων, παρά την αυστηροποίηση των ποινών. Σύμφωνα με τις αρχές, στις 21 Σεπτεμβρίου μια 17χρονη υπέστη ομαδικό βιασμό από τρεις άνδρες που παρίσταναν τους αστυνομικούς σε πάρκο στο κέντρο του Νέου Δελχί.
Το περιστατικό αυτό ανέδειξε ξανά το χρόνιο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα, παρά τις αλλαγές στον νόμο μετά τον βιασμό και τη δολοφονία φοιτήτριας το 2012, υπόθεση που είχε προκαλέσει διεθνή κατακραυγή. Υπέρμαχοι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επισημαίνουν πως, παρά το αρχικό σοκ της κοινής γνώμης, η ουσία του προβλήματος παραμένει άλυτη.
Όπως υποστηρίζει η ακτιβίστρια Γιογκίτα Μπαγιάνα, «η πραγματική λύση περνά από την αλλαγή νοοτροπίας», τονίζοντας ότι η αντίληψη πως η γυναίκα ευθύνεται για την επίθεση λόγω συμπεριφοράς ή ωρών επιστροφής παραμένει βαθιά ριζωμένη στην ινδική κοινωνία. Το 2024 καταγράφηκαν επίσημα 29.536 βιασμοί στην Ινδία, αριθμός που αντιστοιχεί σε περίπου 80 περιστατικά καθημερινά, αν και πολλοί βιασμοί δεν καταγγέλλονται.
Η κοινωνική οργή εκδηλώνεται με διαδηλώσεις, όπως αυτή που πραγματοποιήθηκε κοντά στο πάρκο όπου βιάστηκε η 17χρονη, με φοιτητές να ζητούν καλύτερη προστασία των γυναικών. Παράλληλα, νέα περιστατικά συνεχίζουν να συγκλονίζουν τη χώρα, όπως ο βιασμός και η δολοφονία 16χρονης στο βόρειο Νέο Δελχί και ο βιασμός 17χρονης από οδηγό λεωφορείου και ελεγκτή.
Τα εγκλήματα αυτά δεν περιορίζονται μόνο στην πρωτεύουσα. Στο ανατολικό κρατίδιο Μπιχάρ, μια έφηβη έπεσε θύμα σεξουαλικής επίθεσης, ενώ ο φίλος της ξυλοκοπήθηκε άγρια, γεγονός που έγινε ευρέως γνωστό μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα.
Αναποτελεσματικότητα νομοθεσίας και δικαστικού συστήματος
Παρά τις μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν τον βιασμό και τη δολοφονία φοιτήτριας το 2012, με αυστηροποίηση των ποινών και καθιέρωση της θανατικής ποινής για κατ’ εξακολούθηση δράστες, τα προβλήματα παραμένουν. Ο βιασμός και ο φόνος μιας γιατρού σε νοσοκομείο της Καλκούτα το 2024 προκάλεσε νέο κύμα οργής και ανέδειξε τις αδυναμίες του συστήματος.
Δικηγόροι και ακτιβιστές αναδεικνύουν την έλλειψη αστυνομικών πόρων και την υπερφόρτωση των δικαστηρίων ως βασικούς παράγοντες που υπονομεύουν την εφαρμογή της νομοθεσίας. Η δικηγόρος Σίλπι Τζέιν σημειώνει ότι «οι δικαστές και οι αστυνομικοί είναι υπερφορτωμένοι», με ένα αστυνομικό τμήμα να εξυπηρετεί έως και 300.000 πολίτες.
Το δικαστικό σύστημα κινείται με αργούς ρυθμούς, καθώς το 2024 άνοιξαν πάνω από 206.000 υποθέσεις βιασμού, ωστόσο μόνο 20.587 εκδικάστηκαν εντός του ίδιου έτους. Κατά μέσο όρο, χρειάζονται επτά με οκτώ χρόνια για να ολοκληρωθεί μια υπόθεση, ενώ αν φτάσει στο Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να διαρκέσει και 20 χρόνια, γεγονός που αποθαρρύνει τα θύματα.
Σύμφωνα με την Πούναμ Μουτρέζα της ΜΚΟ Population Foundation of India, οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις από μόνες τους δεν επαρκούν. Η πρόληψη πρέπει να ξεκινά από τις οικογένειες, τα σχολεία, τις κοινότητες και να επεκτείνεται στο διαδίκτυο και τους κόλπους της αστυνομίας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά το φαινόμενο της σεξουαλικής βίας στην Ινδία.