Η νέα βαριά εκλογική υποχώρηση των Χριστιανοδημοκρατών εντείνει την πίεση στον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, ενώ η άνοδος του AfD αποκτά ευρωπαϊκή διάσταση σε μια περίοδο κρίσιμων αποφάσεων για οικονομία, άμυνα και Ουκρανία.
Η πολιτική πίεση στον Μερτς εντείνεται μετά τις περιφερειακές εκλογές της Κυριακής, καθώς το CDU κατέγραψε ιστορικά χαμηλές επιδόσεις, την ώρα που το Alternative für Deutschland (AfD) ενίσχυσε σημαντικά τη δύναμή του στην ανατολική Γερμανία.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, ο Μερτς ξεκαθάρισε ότι προτίθεται να παραμείνει στην καγκελαρία, παρά το αποτέλεσμα, το οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε «καταστροφή».
Αντίστοιχη εικόνα μεταδίδουν Reuters, Financial Times και Associated Press, με τον καγκελάριο να δηλώνει ότι θα συνεχίσει την οικονομική και κοινωνική μεταρρυθμιστική ατζέντα της κυβέρνησής του.
Το αποτέλεσμα που αυξάνει την πίεση στον Μερτς
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, το AfD βρέθηκε στην πρώτη θέση με ποσοστό κοντά στο 38%, υπερδιπλασιάζοντας την επίδοσή του σε σχέση με το 16,7% του 2021. Το SPD της πρωθυπουργού του κρατιδίου Μανουέλα Σβέζιγκ κινήθηκε γύρω στο 35%, ενώ το CDU περιορίστηκε κοντά στο κρίσιμο όριο του 5%.
Οι προβολές μεταβάλλονταν στη διάρκεια της βραδιάς, με το Bloomberg να αναφέρει 4,9% για το CDU, ενώ άλλες νεότερες εκτιμήσεις το τοποθετούσαν οριακά πάνω από το όριο εισόδου στο τοπικό κοινοβούλιο.
Η σύγκριση με τις προηγούμενες εκλογές αποτυπώνει το μέγεθος της μεταβολής. Το 2021 το SPD είχε λάβει 39,6%, το AfD 16,7% και το CDU 13,3%.
Απώλειες υπέστη το CDU και στο Βερολίνο, όπου το Die Linke πέρασε στην πρώτη θέση με περίπου 24%-25%, ενώ οι Χριστιανοδημοκράτες κινήθηκαν κοντά στο 19%-20%. Το AfD κατέγραψε επίσης σημαντική άνοδο, φτάνοντας περίπου στο 16%.
Τα αποτελέσματα ακολουθούν την εκλογική επικράτηση του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ στις αρχές Σεπτεμβρίου, όπου το κόμμα συγκέντρωσε σχεδόν 44%, δημιουργώντας πρόσθετη πίεση τόσο στην ηγεσία του CDU όσο και στον κυβερνητικό συνασπισμό.
Το πρόβλημα του Μερτς είναι κυρίως πολιτικό
Οι περιφερειακές εκλογές δεν μεταβάλλουν άμεσα την πλειοψηφία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στο Bundestag και δεν οδηγούν αυτομάτως σε αλλαγή καγκελαρίου.
Το γερμανικό Σύνταγμα προβλέπει «εποικοδομητική ψήφο δυσπιστίας»: για να απομακρυνθεί ένας καγκελάριος, η πλειοψηφία του Bundestag πρέπει ταυτόχρονα να εκλέξει τον διάδοχό του. Πρόκειται για θεσμικό μηχανισμό που έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να περιορίζει την κυβερνητική αστάθεια.
Το άμεσο πρόβλημα για τον Μερτς είναι συνεπώς η πολιτική του ισχύς μέσα στο CDU και στη συμμαχία με το SPD, αλλά και η δυνατότητα της κυβέρνησης να εφαρμόσει δύσκολες μεταρρυθμίσεις.
Το Reuters επισημαίνει ότι η προηγούμενη επιτυχία του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ είχε ήδη ανοίξει διαφωνίες μεταξύ CDU και SPD για την οικονομική και κοινωνική πολιτική.
Οι Σοσιαλδημοκράτες πιέζουν για ηπιότερες παρεμβάσεις, ενώ στελέχη των Χριστιανοδημοκρατών θεωρούν απαραίτητες βαθύτερες αλλαγές σε φορολογία, συντάξεις και δημόσιες δαπάνες.
Και αυτό συμβαίνει ενώ η γερμανική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αδύναμη ανάπτυξη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ μόλις κατά 0,6% το 2026 και 0,9% το 2027, μετά από ανάπτυξη 0,2% το 2025, επισημαίνοντας ότι το ενεργειακό κόστος και η αδύναμη ζήτηση εξακολουθούν να πιέζουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Γιατί η γερμανική κρίση αφορά την Ευρώπη
Η σημασία των εξελίξεων ξεπερνά τα γερμανικά σύνορα. Η Γερμανία παραμένει μακράν η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης: το 2025 παρήγαγε ΑΕΠ περίπου 4,5 τρισ. ευρώ, που αντιστοιχούσε στο 23,8% του συνολικού ΑΕΠ της ΕΕ.
Κατά συνέπεια, η δυνατότητα μιας γερμανικής κυβέρνησης να λαμβάνει αποφάσεις επηρεάζει άμεσα μεγάλα ευρωπαϊκά μέτωπα: από τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ και την ανταγωνιστικότητα μέχρι την άμυνα και τη στήριξη της Ουκρανίας.
Σύμφωνα με τους Financial Times μια παρατεταμένη εσωτερική πολιτική κρίση θα μπορούσε να περιορίσει τη δυνατότητα του Βερολίνου να αναλάβει πρωτοβουλίες σε μια περίοδο κρίσιμων διαπραγματεύσεων για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και την Ουκρανία. Πρόκειται για ανάλυση και όχι για δεδομένη εξέλιξη, αλλά αποτυπώνει το βάρος που έχει η πολιτική σταθερότητα της Γερμανίας για την ΕΕ.
Το ζήτημα του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού είναι ήδη ανοικτό.
Ο Μερτς έχει ζητήσει σημαντική περικοπή των προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο μετά το 2027, υποστηρίζοντας ότι η αύξηση που προβλέπεται δεν είναι οικονομικά βιώσιμη.
Ο παράγοντας Ουκρανία και η άνοδος του AfD
Ιδιαίτερη ευρωπαϊκή σημασία έχει και η διαφορετική προσέγγιση του AfD σε βασικά θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Το Reuters σημειώνει ότι το κόμμα υποστηρίζει την αποκατάσταση ενεργειακών σχέσεων με τη Ρωσία, αντιτίθεται στη σημερινή πολιτική στήριξης της Ουκρανίας και τάσσεται κατά του ευρώ. Αυτές οι θέσεις απέχουν σημαντικά από την πολιτική της σημερινής ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Ο Μερτς, αντίθετα, επανέλαβε στις 9 Σεπτεμβρίου ότι η Γερμανία θα συνεχίσει να υποστηρίζει την Ουκρανία. Επομένως, τα περιφερειακά αποτελέσματα δεν συνιστούν αυτή τη στιγμή αλλαγή της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά αυξάνουν την εσωτερική πολιτική πίεση γύρω από αυτήν.
Αυτό το στοιχείο απασχολεί ήδη άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ο Λετονός πρωθυπουργός Αντρίς Κούλμπεργκ χαρακτήρισε πρόσφατα τη Γερμανία «κινητήρια δύναμη» και «οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης», τονίζοντας τη σημασία της ενεργού παρουσίας της στην ευρωπαϊκή πολιτική.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Λιθουανίας Γκιτάνας Ναουσέντα εξήρε τη σαφή στάση του Βερολίνου στην εξωτερική πολιτική και στην Ουκρανία, σημειώνοντας όμως ότι οι κυβερνήσεις πρέπει παράλληλα να δώσουν απαντήσεις σε ζητήματα ανάπτυξης, απασχόλησης και καθημερινής οικονομικής πίεσης.
Το βασικό ευρωπαϊκό διακύβευμα
Η εικόνα που σχηματίζεται δεν είναι ότι η Γερμανία βρίσκεται μπροστά σε άμεση θεσμική ανατροπή. Το κρίσιμο ζήτημα είναι πόσο πολιτικό κεφάλαιο διαθέτει πλέον η κυβέρνηση Μερτς για να προωθήσει ταυτόχρονα εσωτερικές μεταρρυθμίσεις και μια ενεργή ευρωπαϊκή ατζέντα.
Η άνοδος του AfD, η πίεση στο CDU και οι μεγάλες απώλειες των παραδοσιακών κομμάτων ενισχύουν τον κατακερματισμό του γερμανικού πολιτικού συστήματος.
Το Reuters επισημαίνει ότι οι εξελίξεις επαναφέρουν τη συζήτηση γύρω από το λεγόμενο «τείχος προστασίας», δηλαδή την άρνηση των υπόλοιπων μεγάλων κομμάτων να σχηματίσουν κυβερνητικές συνεργασίες με το AfD.
Για την Ευρώπη, επομένως, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο εάν ο Μερτς θα παραμείνει καγκελάριος.
Είναι κατά πόσο η μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ θα έχει μια κυβέρνηση με αρκετή εσωτερική στήριξη ώστε να παίξει τον ρόλο που αναμένεται από το Βερολίνο σε οικονομία, άμυνα, ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και Ουκρανία.