Η Ιταλία δεν προτίθεται να δεχθεί επιστροφή μεταναστών από τη Γερμανία στο άμεσο μέλλον, όπως δήλωσε ο αντιπρόεδρος της ιταλικής κυβέρνησης, Ματέο Σαλβίνι. Η τοποθέτηση αυτή έρχεται παρά τους νέους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διαχείριση της μετανάστευσης.
Ο Σαλβίνι, επικεφαλής της Λέγκας, ανέφερε ότι η στάση της Ιταλίας οφείλεται στη δράση γερμανικών οργανώσεων αρωγής, οι οποίες διασώζουν πρόσφυγες στη Μεσόγειο και τους μεταφέρουν στην Ιταλία. Σύμφωνα με τον ίδιο, κάποιοι από αυτούς συνεχίζουν το ταξίδι τους προς τη Γερμανία.
Οι κυβερνήσεις των δύο χωρών έχουν εκφράσει διαφωνίες σχετικά με τη διαχείριση της λεγόμενης δευτερογενούς μετανάστευσης. Ο Σαλβίνι, που είναι επίσης υπουργός Μεταφορών στον δεξιό τρικομματικό συνασπισμό της πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι, τόνισε σε κομματική συγκέντρωση στο Τρέντο: «Η Γερμανία δεν έχει δικαίωμα να μας στείλει πίσω έστω κι έναν παράνομο μετανάστη εφόσον πλοία γερμανικών μη κυβερνητικών οργανώσεων επιχειρούν στη Μεσόγειο και φέρνουν χιλιάδες παράνομους μετανάστες στην ακτή, στην Ιταλία και την Ευρώπη».
Κατά την προηγούμενη θητεία του ως υπουργός Εσωτερικών, ο επικεφαλής της Λέγκας είχε υιοθετήσει ιδιαίτερα αυστηρή στάση απέναντι στους μετανάστες που έφθαναν δια θαλάσσης και τις οργανώσεις αρωγής.
Ένα νέο σύμφωνο της ΕΕ για το άσυλο και τη μετανάστευση ισχύει από τα μέσα Ιουνίου. Βάσει αυτού, η Γερμανία και άλλες χώρες επιθυμούν να επιστρέφουν στην Ιταλία μετανάστες που εισήλθαν αρχικά στην ΕΕ από τις ιταλικές ακτές και στη συνέχεια μετέβησαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής, η Ρώμη δεν έχει αποδεχθεί καμία επιστροφή μετανάστη από τη Γερμανία μετά την έναρξη ισχύος του συμφώνου.
Πριν από την εφαρμογή του νέου πλαισίου, η Ιταλία είχε ήδη απορρίψει από το 2023 περίπου 80.000 αιτήματα επιστροφής μεταναστών που είχαν υποβληθεί από άλλες χώρες, επικαλούμενη τον κορεσμό του εθνικού συστήματος υποδοχής.
Σύμφωνα με ιταλικά μέσα ενημέρωσης, η διαφωνία μεταξύ Ρώμης και Βερολίνου αναμένεται να τεθεί στο επίκεντρο επικείμενων συνομιλιών μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών Ματέο Πιαντεντόζι και Αλεξάντερ Ντόμπριντ.