Την έντονη ανησυχία για την εντεινόμενη πίεση της κυβέρνησης Τραμπ προς την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, την FED, και τις επιπτώσεις στους μακροχρόνιους θεσμικούς μηχανισμούς ελέγχου και ισορροπιών της αμερικανικής διακυβέρνησης, υπογραμμίζει σε σημείωμά της η Scope Group.
Στο σημείωμα της Eiko Sievert, Εκτελεστικής Διευθύντριας, Sovereign and Public Sector, της Scope επισημαίνεται, με αφορμή τις κλητεύσεις από σώμα ενόρκων για την ανακαίνιση των κτιρίων της FED, τονίζεται ότι η κλιμάκωση των πολιτικών πιέσεωνπρος την FED και η αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας της, αντικατοπτρίζει έναν από τους βασικούς αρνητικούς παράγοντες που οδήγησαν στην υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης του αμερικανικού δημοσίου σε AA- τον περασμένο Οκτώβριο.
Σημειώνεται ότι η έρευνα προκάλεσε την έντονη αντίδραση της επικεφαλής της Fed, Τζερόμ Πάουελ,
Σε γραπτή δήλωση και σε βίντεο που δόθηκαν στη δημοσιότητα το βράδυ της Κυριακής, ο Πάουελ ανέφερε ότι οι κλητεύσεις επιδόθηκαν στη Fed την Παρασκευή και συνδέονται με την κατάθεσή του στο Κογκρέσο τον Ιούνιο, όταν είχε ερωτηθεί για την πορεία και το κόστος της ανακαίνισης των κεντρικών κτιρίων της τράπεζας στην Ουάσιγκτον.
Όπως δήλωσε, σύμφωνα με το ίδιο μέσο, η απειλή ποινικών κατηγοριών «είναι συνέπεια» του ότι η Fed λαμβάνει αποφάσεις με βάση την εκτίμησή της για το δημόσιο συμφέρον και όχι με βάση πολιτικές προτιμήσεις.
«Αυτό αφορά το αν η Fed θα συνεχίσει να καθορίζει τα επιτόκια με βάση τα δεδομένα και τις οικονομικές συνθήκες ή αν η νομισματική πολιτική θα κατευθύνεται από πολιτική πίεση ή εκφοβισμό», ανέφερε, κατά το ίδιο ρεπορτάζ του Bloomberg.
Σημειώνεται ότι η κλιμάκωση της σύγκρουσης κυβέρνησης - Fed επηρεάσε αρνητικά τη Wall Street με τις μετοχές των τραπεζών να δέχονται τις ισχυρότερες πιέσεις.
Αναλυτικότερα σύμφωνα με το σημείωμα της Scope:
«Η ποινική έρευνα κατά του προέδρου της Fed, Τζέι Πάουελ, εντείνει περαιτέρω την αυξανόμενη πολιτική και νομική πίεση που ασκεί η εκτελεστική εξουσία στην ανεξαρτησία και την αξιοπιστία ενός βασικού πυλώνα της αμερικανικής διακυβέρνησης. Η εντεινόμενη πολιτική εποπτεία, συμπεριλαμβανομένης της απόπειρας απομάκρυνσης της διοικήτριας Λίσα Κουκ πέρυσι, θα αποτελέσει σημαντική πρόκληση για τον επόμενο πρόεδρο της Fed, ως προς τη δυνατότητά του να λειτουργεί με τον παραδοσιακό βαθμό ανεξαρτησίας στον οποίο έχουν συνηθίσει οι αγορές.
Η γενικευμένη αποδυνάμωση των προτύπων διακυβέρνησης στις ΗΠΑ αυξάνει τον κίνδυνο λαθών πολιτικής, μεταξύ άλλων και από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα. Δεδομένης της διπλής εντολής της κεντρικής τράπεζας, η συνεχιζόμενη πολιτική πίεση από την κυβέρνηση για μείωση των επιτοκίων —παρά την ανθεκτική ανάπτυξη, τη χαμηλή ανεργία (4,4% τον Δεκέμβριο του 2025), τον επίμονο πληθωρισμό και τις χαλαρές χρηματοοικονομικές συνθήκες— αυξάνει τον κίνδυνο η Fed να συνεχίσει να αστοχεί ως προς τον στόχο πληθωρισμού του 2% τα επόμενα χρόνια.
Αν και ένας υψηλότερος πληθωρισμός μπορεί να στηρίξει την ικανότητα εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, ταυτόχρονα αυξάνει την πιθανότητα υψηλότερων ασφαλίστρων κινδύνου μεσοπρόθεσμα, επιδεινώνοντας τις ευπάθειες των δημόσιων οικονομικών. Εκτιμούμε ότι ο λόγος του γενικού δημόσιου χρέους των ΗΠΑ προς το ΑΕΠ θα ανέλθει στο 140% έως το 2030, από 122% το 2024. Μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, αυτό θα κατατάσσει τις ΗΠΑ ως τη δεύτερη πιο υπερχρεωμένη κυρίαρχη οντότητα μετά την Ιαπωνία (A/Stable), και πάνω από τα προβλεπόμενα επίπεδα χρέους έως το 2030 στο Ηνωμένο Βασίλειο (AA/Stable) στο 115%, στη Γαλλία (AA-/Negative) στο 125% και στην Ιταλία (BBB+/Positive) στο 136%.
Συνολικά, η ευρύτερη αποδυνάμωση των προτύπων διακυβέρνησης έχει επίσης εντείνει τη μακροχρόνια πολιτική πόλωση, συμβάλλοντας σε ένα ολοένα και πιο αναποτελεσματικό Κογκρέσο. Αυτό αποτυπώνεται στα συχνά νομοθετικά αδιέξοδα και στο πρόσφατο κλείσιμο της κυβέρνησης, που υπογραμμίζει το διευρυνόμενο ιδεολογικό χάσμα. Σε αυτό το περιβάλλον, ο διακομματικός συμβιβασμός για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών δημοσιονομικών προκλήσεων της χώρας φαντάζει ολοένα και πιο απίθανος.
Η πόλωση στο Κογκρέσο έχει σημασία και στο πλαίσιο των επαναλαμβανόμενων κρίσεων γύρω από το όριο χρέους. Με τον νόμο One Big Beautiful Bill Act, το όριο χρέους αυξήθηκε κατά 5 τρισ. δολάρια, στα 41,1 τρισ. δολάρια, επίπεδο γενικού δημόσιου χρέους που εκτιμάται ότι θα ξεπεραστεί έως το 2027. Αυτό καθιστά τα ενδιάμεσα εκλογικά αποτελέσματα του Νοεμβρίου 2026 καθοριστικό παράγοντα για το αν θα προκύψει εκ νέου πολιτική αντιπαράθεση και ο συναφής κίνδυνος μιας σχεδόν ή τεχνικής στάσης πληρωμών.»