Η ελληνική οικονομία έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από τα χρόνια της κρίσης. Αυτό δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο πόσο αναπτύσσεται η χώρα, αλλά ποιοι τελικά ωφελούνται από αυτή την ανάπτυξη.
Τα στοιχεία δείχνουν μια οικονομία που εξακολουθεί να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, παρά τις διεθνείς αβεβαιότητες. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε ετήσια βάση, ενώ η ανεργία υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,8% για το σύνολο του 2026. Πρόκειται για επιδόσεις που επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική οικονομία διαθέτει πλέον μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.
Υπάρχει, ωστόσο, και η άλλη πλευρά. Ο πληθωρισμός έφτασε το 5% τον Σεπτέμβριο, υπενθυμίζοντας ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά. Για έναν νέο εργαζόμενο που αναζητά κατοικία ή μια οικογένεια που προσπαθεί να ανταποκριθεί στις καθημερινές υποχρεώσεις, οι θετικοί οικονομικοί δείκτες δεν αρκούν από μόνοι τους.
Η πρόκληση της αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου
Γι' αυτό θεωρώ ότι η επόμενη μεγάλη πρόκληση είναι η αλλαγή του παραγωγικού μας μοντέλου. Η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζει διαρκώς τις προσδοκίες της μόνο στον τουρισμό, την κατανάλωση και τις υπηρεσίες. Χρειάζεται περισσότερη βιομηχανία, καινοτομία, εξαγωγές και, κυρίως, παραγωγικές επενδύσεις που δημιουργούν καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Σε αυτό το πεδίο, ορισμένες πρόσφατες πρωτοβουλίες αξίζουν προσοχής. Το Υπουργείο Ανάπτυξης, υπό τον Τάκη Θεοδωρικάκο, έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση της μεταποίησης και της περιφερειακής ανάπτυξης.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου, 282 επενδυτικά σχέδια στη Μακεδονία και τη Θράκη, συνολικού προϋπολογισμού περίπου ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, υποστηρίζονται με δημόσια ενίσχυση 510 εκατομμυρίων ευρώ, με προοπτική δημιουργίας περισσότερων από 5.000 θέσεων εργασίας.
Η συγκεκριμένη κατεύθυνση έχει ενδιαφέρον, γιατί στρέφει τη συζήτηση από την πρόσκαιρη τόνωση της οικονομίας στη μακροπρόθεσμη παραγωγική της ισχύ. Φυσικά, η πραγματική επιτυχία θα κριθεί από την υλοποίηση των επενδύσεων, την ποιότητα των θέσεων εργασίας και το αποτύπωμά τους στις τοπικές κοινωνίες.
Παράλληλα, απαιτούνται λιγότερη γραφειοκρατία, σταθερό φορολογικό περιβάλλον, πραγματικός ανταγωνισμός και ουσιαστική σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Διαφορετικά, ακόμη και σημαντικές επενδύσεις κινδυνεύουν να μην αποδώσουν όσα προσδοκούμε.
Η Ελλάδα έχει σήμερα μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί. Να μετατρέψει τη δημοσιονομική σταθερότητα και την οικονομική πρόοδο σε υψηλότερα εισοδήματα, περισσότερες ευκαιρίες και καλύτερη ποιότητα ζωής.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, η επιτυχία μιας οικονομίας δεν μετριέται μόνο σε ποσοστά ανάπτυξης. Μετριέται και στο κατά πόσο ένας νέος άνθρωπος μπορεί να σχεδιάσει με αξιοπρέπεια το μέλλον του στην ίδια του τη χώρα.